Και ο γιαλός είναι στραβός, και στραβά αρμενίζουμε

Και ο γιαλός είναι στραβός και στραβά αρμενίζουμε…

Είναι σαφές ότι μετά το 2015 το λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε υποχώρηση και η αξιοπιστία της Αριστεράς στα τάρταρα. Μακάρι το πρόβλημα να ήταν μόνο οι ψευδαισθήσεις που προκάλεσε σε ισχυρή μερίδα αριστερών ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε αυτή την περίπτωση η διατυμπανιζόμενη «επιβεβαίωση» του ΚΚΕ θα άνοιγε ένα νέο κύκλο αγωνιστικής ανάτασης. Όμως το μόνο που άνοιξε είναι η εκλογική τακτική του Περισσού που υποδέχεται πλέον κάθε μετανοήσαντα αμαρτωλό προς άγραν ψήφων. Το πρόβλημα δεν ήταν –σκέτα- οι αυταπάτες. Ήταν η συνολική και δομική αδυναμία της Αριστεράς να αρθρώσει διαφορετικό λόγο, σχέδιο, πρακτική από τον ΣΥΡΙΖΑ. Που είχε ως κατάληξη είτε το πολιτικό μοναστήρι, είτε τις σειρήνες του κυβερνητισμού. Και σε αυτή την αδυναμία βασικό ρόλο έπαιξε το ΚΚΕ (που σήμερα παριστάνει την αναμάρτητη και αμόλυντη δύναμη) αλλά και όλες οι δυνάμεις που έχουν αναφορά στην κομμουνιστική Αριστερά.

Η εποχή της εθνικής, κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που έπληξε την Ελλάδα το 2010 δεν απαιτούσε πολιτική απόσυρση και business as usual. Δεν απαιτούσε παθητική αναμονή της διαφαινόμενης από νωρίς ενσωμάτωσης του ΣΥΡΙΖΑ, με την απατηλή προσδοκία να αλλάξει την επόμενη μέρα, θετικά, ο συσχετισμός δύναμης. Δεν απαιτούσε προσχώρηση στη λογική «το μοναστήρι να είναι καλά».

Σήμερα εμπεδώνεται σε ευρύτερα τμήματα της κοινωνίας ο μονόδρομος του «δεν υπάρχει εναλλακτική» και εθίζεται η εργαζόμενη κοινωνία στις χαμηλότερες δυνατές προσδοκίες. Συρρικνώνονται διαρκώς οι όροι μιας ιδεολογικής, πολιτικής και κινηματικής σύγκρουσης με το σύστημα.

Όσοι σήμερα δεν προσχωρούν στον ατιμωτικό κουτσογιωργακισμό του 21ου αιώνα «Ψηφίστε ΣΥΡΙΖΑ να μην έρθει ο Κούλης», βρίσκονται σε αμηχανία.

Ένα μέρος επιλέγει την εύκολη λύση της εκλογικής στήριξης στο ΚΚΕ. Συνήθως πρόκειται για ανθρώπους που το 2015 κατηγορούσαν –αν δεν κατήγγειλαν ή χλεύαζαν- όλους όσους δεν στηρίζαμε ΣΥΡΙΖΑ. Με το ίδιο πάθος που μας έλεγαν τότε ότι «όλο το παιχνίδι παίζεται στον ΣΥΡΙΖΑ», ότι «είναι ανοικτό το διακύβευμα», ότι «δεν πρόκειται ο Τσίπρας να υποχωρήσει», σήμερα, ανανήψαντες, βλέπουν το φως το αληθινό. Με το ίδιο πάθος που τότε στήριζαν ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα ψηφίζουν ΚΚΕ. Και τότε έκαναν λάθος, και σήμερα κάνουν λάθος. Και θα κάνουν λάθος και αύριο γιατί εθίζονται στις εύκολες λύσεις και στην ανάθεση. Το 2015 εύκολη λύση ήταν οι ζητωκραυγές για τον ΣΥΡΙΖΑ, ακολουθώντας το ρεύμα, αναθεματίζοντας μια άλλη, δύσκολη πορεία συγκρότησης ενός μετώπου διεξόδου από το ευρωατλαντικό πλαίσιο. Σήμερα εύκολη λύση είναι το εκλογικό απάγκιο στο ΚΚΕ, αναθεματίζοντας όσους δεν καταλαβαίνουν ότι «ο Περισσός τα έλεγε» και «τουλάχιστον δεν πρόδωσε». Αύριο θα είναι κάτι άλλο. Με την ίδια βεβαιότητα, κατηγορηματικότητα, αφέλεια, ευκολία. Δυστυχώς όμως, και για αυτούς και για όλους μας, εύκολες λύσεις, δεν υπάρχουν.

Ένα άλλο μέρος επιλέγει την παθητική αναμονή. Πρόκειται ίσως για το μεγαλύτερο κομμάτι του αγωνιστικού δυναμικού που δεν προσχωρεί στη νεοφιλελεύθερη Αριστερά. Δεν συγκινείται – δικαίως- από κανέναν. Θα δώσει μια ψήφο ανοχής, οίκτου ή ελεημοσύνης στην υπαρκτή Αριστερά (ΚΚΕ, ΛΑΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ) ή ακόμα και σε σχήματα όπως του Βαρουφάκη ή της Κωνσταντοπούλου, χωρίς την παραμικρή όμως ελπίδα ότι κάτι θετικό μπορεί να προκύψει. Διαδικασίες ενότητας ή μετωπικής συγκρότησης αυτού του χώρου, δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα. Προσκρούουν στη γενική αναξιοπιστία, στις επανειλημμένες εκκλήσεις χωρίς αποτέλεσμα, στις προσχηματικές προτάσεις. Τόσο, που ακούγονται φαιδρές οι πρωτοβουλίες ένθεν κακείθεν για διάλογο και ενότητα. Θεωρητικά, την επόμενη μέρα των κακών εκλογικών αποτελεσμάτων, θα μπορούσε να ανοίξει με άλλους, θετικούς όρους, η συζήτηση. Είναι όμως πιθανό, ακόμη και τότε, το φτύσιμο να εκληφθεί ως βροχή.

Η κατάσταση θυμίζει τον Μπέκετ: Περιμένουμε κάποιον ή κάτι που θα έρθει να μας σώσει, αλλά δεν έρχεται ποτέ. Σαν τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν προσμένουμε τον άγνωστο σωτήρα, αυτός όμως δεν εμφανίζεται. Ακόμα και όταν η αυλαία πέφτει, παραμένουμε στις θέσεις μας γιατί δεν αποφασίζουμε καν να φύγουμε. Περιμένουμε τον Γκοντό.

Η κοινή λογική θα έλεγε ότι σε ένα τέτοιο τοπίο μεταξύ παραίτησης, απογοήτευσης και χαμηλών προσδοκιών η Αριστερά θα άνοιγε τη διαδικασία για το ποια πολιτική είναι αυτή που μπορεί να κάνει πράξη το «ούτε ΣΥΡΙΖΑ – ούτε ΝΔ». Επειδή όμως η σχέση του χώρου με την κοινή λογική δεν είναι και η καλύτερη, συμβαίνει το ακριβώς ανάποδο: Δηλητηριώδης τακτική περαιτέρω αποδιάρθρωσης με ζητούμενο την εκλογική καταγραφή εκάστου καταστήματος.

Ξεκινάμε από τις προσχηματικές προτάσεις για τις ευρωεκλογές.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ κάνει πρόταση για τις ευρωεκλογές προς χώρους που αποσκίρτησαν το 2015 από το ΣΥΡΙΖΑ. Ως εδώ καλά. Περιλαμβάνει βέβαια στους αποδέκτες της πρότασής της δυνάμεις που δεν έχουν την καλύτερη σχέση με την πολιτική γραμμή της αποδέσμευσης από την ΕΕ και το ευρώ (Δικτύωση, Δίκτυο, ΟΝΡΑ, ΑΡΚ κλπ), και που επιπλέον δεν έχουν αποσαφηνίσει κατηγορηματικά και χωρίς αμφιβολία τη σχέση τους με έναν μετεκλογικά αντιπολιτευόμενο ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα όμως με αυτή την τολμηρότατη για τα δεδομένα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απεύθυνση, αποκλείεται η ΛΑΕ. Η οποία, ότι και να της καταλογίσει κανείς, ούτε βλέπει θετικά την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ούτε αφήνει περιθώρια συμμαχιών με τον αυριανό ΣΥΡΙΖΑ. Οι σκοπιμότητες της συγκεκριμένης πρότασης βγάζουν μάτι.

Η ΛΑΕ από την άλλη, αφού ανακοίνωσε ψηφοδέλτιο, εκλογική διακήρυξη, υποψήφιους ευρωβουλευτές, κατέθεσε δημόσια μια ακόμα πρόταση για μέτωπο. Με την ευρηματική μάλιστα διατύπωση του Π. Λαφαζάνη ότι «βάζει την υπογραφή του σε λευκό χαρτί». Εδώ η λογική σηκώνει τα χέρια ψηλά. Θεωρητικά, εάν σε ενδιαφέρει οποιαδήποτε μορφή μετωπικής συμπόρευσης, εξαντλείς κάθε τέτοια δυνατότητα, ανοικτά, δημόσια, πιέζοντας, δίνοντας χώρο, υποστέλλοντας κομματικά λάβαρα και προσωπικές φιλοδοξίες και ενεργοποιώντας διαδικασίες. Όχι αφού έχεις ανακοινώσει ψηφοδέλτια και εκλογικά κατεβάσματα, αλλά πολύ νωρίτερα, έξω και πέρα από εκλογικές σκοπιμότητες που επίσης βγάζουν μάτι.

Στις δε αυτοδιοικητικές, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Εκεί η μεν ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιλέγει όχι απλά τη μοναχική πορεία και κάθοδο αλλά και τη διάσπαση του εαυτού της, καθώς σε σειρά κεντρικών δήμων, δυνάμεις της ΑΝΤΑΡΣΥΑ κατεβαίνουν τουλάχιστον σε δύο ανταγωνιστικά ψηφοδέλτια (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα).  Δίπλα σε αυτά συγκροτούνται και άλλα δημοτικά σχήματα από τη ΛΑΕ ή και άλλους σχηματισμούς. Ο λόγος; Ηγεμονισμοί και αλληλοαποκλεισμοί δυνάμεων που κατά τ’  άλλα κλίνουν σε όλους τους τόνους την έρμη την εργατική δημοκρατία. Αποκορύφωμα της τελευταίας η διάλυση συνεδρίασης περιφερειακού σχήματος που αποφάσιζε κατά πλειοψηφία συμπόρευση με άλλες δυνάμεις. Και όλα αυτά όταν τα αυτοδιοικητικά σχήματα αυτής της Αριστεράς, με ελάχιστες εξαιρέσεις, λειτουργούν λίγο πριν τις εκλογές και πέφτουν σε χειμερία νάρκη αμέσως μετά. Καμία αντίληψη για κινήματα γειτονιάς, όλα για την εκλογική καταγραφή, πάντα όμως στο όνομα των κινημάτων και της επίκλησης της «επαναστατικής» αριστεράς κόντρα στο ρεφορμισμό.

Καπέλα, εκβιασμοί, αποκλεισμοί, σεντόνια αναλύσεων με μόνο στόχο την κατά μόνας εκλογική καταγραφή. Κυριολεκτικά, πρόκειται για την αποθέωση του κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Η γενική γραμμή είναι «κατεβαίνω στις εκλογές μόνος μου και άρα υπάρχω ως οργάνωση/σχήμα/μέτωπο». Η πεμπτουσία της αστικής πολιτικής γίνεται πρακτική αυτού του χώρου, τροφοδοτώντας κι άλλο την αναξιοπιστία. Κάνοντας πρακτικά τους τροχονόμους της παραίτησης, είτε προς ΣΥΡΙΖΑ, είτε προς ΚΚΕ.

Γίνεται όλο και πιο σαφές, αν και είναι πικρό: Αυτός ο χώρος, παρά τους αξιόλογους συντρόφους και αγωνιστές, ως πολιτικός χώρος και πολιτική πρακτική δεν μπορεί να συμβάλλει θετικά. Αποτελεί πολιτικο-ιδεολογικά ένα μικρό ΚΚΕ.

Για την δύσκολη κατάσταση και τον στραβό γιαλό ίσως να μην μπορούμε να κάνουμε πολλά. Το να μην αρμενίζουμε όμως στραβά είναι απολύτως υποκειμενική επιλογή και απόφαση. Έχει κόστος, απαιτεί ρήξεις, ξεβολέματα και ανατροπές, αλλά κάθε μέρα που περνά προσθέτει επιπλέον αρνητικό φορτίο.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.