Η “ώρα του Τσέρνομπιλ” για τον Τραμπ: Οι ΗΠΑ ίσως πάψουν να είναι η απόλυτη υπερδύναμη στον κόσμο και να μην επανέλθουν

Οι ΗΠΑ ίσως και να φτάνουν στο δικό τους “Τσέρνομπιλ”, καθώς αποτυγχάνουν να ηγηθούν στη μάχη κατά της επιδημίας του κορωνοϊού. Όπως συνέβη και με το πυρηνικό ατύχημα στη Σοβιετική Ένωση το 1986, η κατακλυσμιαία καταστροφή εκθέτει συστημικές αποτυχίες που έχουν ήδη αποδυναμώσει την αμερικανική ηγεμονία στον πλανήτη. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα της πανδημίας, κανείς δεν αναζητά σήμερα μία λύση την κρίση από την Ουάσινγκτον.

Η πτώση της αμερικανικής επιρροής έγινε ορατή αυτήν την εβδομάδα στις τηλεδιασκέψεις των ηγετών του πλανήτη, στις οποίες η διπλωματική στρατηγική των ΗΠΑ αναλώθηκε σε μία αποτυχημένη προσπάθεια να πείσουν τους υπόλοιπους να υπογράψουν ένα κοινό ανακοινωθέν που αναφερόταν στον “ιό της Wuhan”, πράγμα που αποτελούσε μέρος μίας καμπάνιας ενοχοποίησης της Κίνας για την επιδημία του κορωνοϊού. Η δαιμονοποίηση των άλλων ως αντιπερισπασμός για τις προσωπικές του αποτυχίες αποτελεί βασικό στοιχείο της πολιτικής τακτικής του Τραμπ. Ο ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής του Άρκανσας, Τομ Κότον, δήλωσε στο ίδιο μοτίβο ότι “η Κίνα εξαπέλυσε αυτήν την επιδημία στον κόσμο και η Κίνα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τις ευθύνες”.

Η αποτυχία των ΗΠΑ εκτείνεται όμως πέρα από το τοξικό πολιτικό στυλ του Τραμπ: η αμερικανική κυριαρχία στον πλανήτη από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει τις ρίζες της στην μοναδική ικανότητα των ΗΠΑ να διασφαλίζουν τα συμφέροντά τους μέσω της πειθούς ή της απειλής ή της χρήσης βίας. Όμως η αποτυχία της Ουάσινγκτον να ανταποκριθεί ικανοποιητικά στον Covid-19 καταδεικνύει ότι αυτό δεν ισχύει πλέον και αποκρυσταλλώνεται η αντίληψη ότι αυτή ακριβώς η αμερικανική ικανότητα εξανεμίζεται. Αυτή η αλλαγή στάσης είναι σημαντική, καθώς οι υπερδυνάμεις, όπως η Βρετανική Αυτοκρατορία παλιότερα, η Σοβιετική Ένωση στο πρόσφατο παρελθόν και οι ΗΠΑ σήμερα, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό και σε μία ορισμένη “μπλόφα”. Δεν τις παίρνει να θέτουν υπό αμφισβήτηση το προφίλ της απόλυτης υπερδύναμης πολύ συχνά, καθώς δεν μπορούν να εμφανίζονται ως ηττημένες: η μεγαλοποιημένη εικόνα της βρετανικής ισχύος κατέρρευσε παταγωδώς μετά την κρίση του Σουέζ το 1956 και το ίδιο συνέβη και με τη Σοβιετική Ένωση στην περίπτωση του πολέμου του Αφγανιστάν τη δεκαετία του 1980.

Η κρίση του κορωνοϊού είναι το αντίστοιχο της κρίσης του Σουέζ και του Αφγανιστάν για την Αμερική του Τραμπ. Στην πραγματικότητα, οι κρίσεις αυτές φαίνονται μικρές μπροστά στην κρίση του κορωνοϊού, η οποία θα έχει πολύ μεγαλύτερες επιπτώσεις, καθώς κάθε χώρα του πλανήτη είναι ένα πιθανό θύμα της κρίσης αυτής και αισθάνεται την απειλή. Μπροστά σε αυτήν την πραγματικά μεγάλη κρίση, η αποτυχία της κυβέρνησης του Τραμπ να διοικήσει να υπευθυνότητα, αποδεικνύεται εξαιρετικά επιζήμια για την θέση των ΗΠΑ στον πλανήτη.

Η πτώση των ΗΠΑ συνήθως αντιμετωπίζεται ως το αντίστοιχο αποτέλεσμα της ανόδου της Κίνας – και η Κίνα έχει πράγματι, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, επιτύχει να ελέγξει την επιδημία στο έδαφός της. Οι Κινέζοι είναι αυτοί που στέλνουν αναπνευστήρες και ιατρικό προσωπικό στην Ιταλία καθώς και μάσκες στην Αφρική. Οι Ιταλοί σημειώνουν ότι οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. αγνόησαν στο σύνολό τους την απελπισμένη έκκληση της Ιταλίας για ιατρικό εξοπλισμό και ότι η Κίνα ήταν η μόνη χώρα που ανταποκρίθηκε. Μέσω μίας κινεζικής φιλανθρωπικής δράσης στάλθηκαν 300.000 μάσκες στο Βέλγιο μέσα σε ένα κοντέινερ που έγραφε απ’ έξω το σύνθημα “Ισχύς εν τη ενώσει” στα γαλλικά, τα φλαμανδικά και τα κινέζικα.

Τέτοιες πρακτικές άσκησης “ελαφράς” επιρροής, ίσως έχουν περιορισμένα αποτελέσματα μέχρι η κρίση αυτή να τελειώσει, όμως είναι πιθανό να έχουν μακροχρόνια αποτελέσματα. Πάντως, όσο διαρκεί η κρίση, το μήνυμα που εκπέμπεται προς τα έξω είναι ότι η Κίνα μπορεί να παρέχει απαραίτητο εξοπλισμό και τεχνογνωσία και ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν. Αυτές οι αλλαγές στην αντίληψη των πραγμάτων δεν εξαφανίζονται εν μία νυκτί.

Οι προφητείες που ήθελαν τις ΗΠΑ να βρίσκονται σε κατάσταση παρακμής έχουν υπάρξει πάμπολλες ακόμη και από την εποχή που οι ΗΠΑ αναδείχθηκαν ως η παγκόσμια υπερδύναμη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Κι όμως η προαναγγελθείσα πτώση της αμερικανικής αυτοκρατορίας αναβαλλόταν συνεχώς ή έβλεπε τις άλλες μεγάλες δυνάμεις να παρακμάζουν με μεγαλύτερη ταχύτητα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Σοβιετική Ένωση. Οι επικριτές των θεωριών που θέλουν τις ΗΠΑ να βρίσκονται σε πτωτική πορεία επισημαίνουν ότι, ενώ οι ΗΠΑ δεν κυριαρχούν πλέον στην παγκόσμια οικονομία στο βαθμό που το έκαναν παλιότερα, έχουν ακόμη 800 στρατιωτικές βάσεις ανά τον κόσμο και έναν στρατιωτικό προϋπολογισμό 748 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Όμως η αδυναμία του αμερικανικού στρατού να αξιοποιήσει την τεχνολογική του υπεροχή για να κερδίσει τους πολέμους στη Σομαλία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ έχει καταδείξει πόσο λίγο απέδωσαν οι γιγαντιαίες στρατιωτικές δαπάνες.

O Τραμπ δεν ξεκίνησε νέους πολέμους παρά την επιθετική ρητορική του, όμως έχει αξιοποιήσει την δύναμη του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών περισσότερο από αυτήν του Πενταγώνου. Μέσω της επιβολής ασφυκτικών οικονομικών κυρώσεων σε βάρος του Ιράν και της απειλής για οικονομικό πόλεμο σε άλλες χώρες, έχει καταστήσει εμφανή το βαθμό του αμερικανικού ελέγχου στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα.

Όμως τα παραπάνω επιχειρήματα σχετικά με την άνοδο ή την πτώση των ΗΠΑ ως οικονομικής και στρατιωτικής δύναμης παραβλέπουν ένα σημαντικό σημείο που κανονικά θα έπρεπε να θεωρείται προφανές. Η πραγματική πτώση των ΗΠΑ ως παγκόσμιας υπερδύναμης, όπως αυτή αποτυπώνεται παραδειγματικά στην κρίση του κορωνοϊού, δεν έχει τόσο να κάνει με τα όπλα ή το χρήμα, όπως πολλοί νομίζουν, αλλά έχει πολύ μεγαλύτερη σχέση με τον ίδιο τον Τραμπ, που αποτελεί τόσο σύμπτωμα όσο και αιτία της αμερικανικής παρακμής.

Με απλά λόγια, οι ΗΠΑ δεν είναι πια μία χώρα που ο υπόλοιπος κόσμος θέλει να μιμηθεί, και εάν το κάνουν, οι μιμητές τείνουν συνήθως να είναι αυταρχικοί και εθνικιστές δημαγωγοί ή δικτάτορες. Ο θαυμασμός τους είναι καλοδεχούμενος για τις ΗΠΑ: παρατηρήστε τον εναγκαλισμό του Τραμπ με τον Ινδό εθνικιστή πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι και την προσπάθεια του να καλλιεργήσει μία νέα γενιά αυταρχικών ηγετών, όπως ο Κιμ στη Βόρεια Κορέα και ο Διάδοχος του Στέμματος Μοχάμεντ στη Σαουδική Αραβία.

Τόσο οι δημοκρατικοί όσο και οι απολυταρχικοί κυβερνώντες θα ενισχυθούν, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, από την πανδημία, καθώς σε καιρούς οξείας κρίσης οι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν τις κυβερνήσεις τους ως σωτήρες που ξέρουν τι να κάνουν.

Όμως, δημαγωγοί όπως ο Τραμπ και οι αντίστοιχοι με αυτόν ανά τον κόσμο, σπανίως αποδεικνύονται ικανοί να διαχειριστούν μία πραγματική κρίση, καθώς έχουν ανέλθει στην εξουσία εκμεταλλευόμενοι τα εθνικά και ακραία αισθήματα μίσους, μετατρέποντας τους πολιτικούς τους αντιπάλους σε αποδιοπομπαίους τράγους και μεγενθύνοντας τα δικά τους “μυθικά” επιτεύγματα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του παραπάνω φαινομένου είναι ο ακροδεξιός πρόεδρος της Βραζιλίας, Μπολσονάρο, που κατηγορεί τους πολιτικούς αντιπάλους του και τα μήντια ότι “εξαπατούν” τους Βραζιλιάνους σχετικά με τους κινδύνους του κορωνοϊού. Η ολιγωρία της κυβέρνησης ως προς την εφαρμογή οποιουδήποτε περιοριστικού της κυκλοφορίας μέτρου είναι τέτοια, ώστε στο Ρίο ντε Τζανέιρο, σε τρεις τουλάχιστον φτωχογειτονιές οι μόνοι που ανακοίνωσαν και επέβαλαν απαγόρευση της κυκλοφορίας μετά τις 8 το βράδυ ήταν τα τοπικά καρτέλ των ναρκωτικών (σ.μτφ. Το άρθρο γράφτηκε πριν το “φιλικό πραξικόπημα” του στρατού στις 4/4/2020).

O Τραμπ πάντα διέπρεπε στο να εκμεταλλεύεται και να παροξύνει τους διαχωρισμούς εντός της αμερικανικής κοινωνίας, παρέχοντας απλοϊκές “λύσεις” σε φαντασιακές κρίσεις, όπως ήταν το χτίσιμο του περίφημου τείχους, προκειμένου να σταματήσει η είσοδος μεταναστών από την Κεντρική Αμερική στις ΗΠΑ. Τώρα όμως που βρίσκεται αντιμέτωπος με μία πραγματική κρίση ποντάρει στο ότι αυτή θα είναι σύντομη σε διάρκεια και λιγότερο οξεία από όσο εκτιμούν οι ειδικοί. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν την δημοτικότητά του να αυξάνεται, πιθανότατα επειδή οι φοβισμένοι άνθρωποι προτιμούν να ακούν καλά νέα, παρά δυσάρεστα. Μέχρι στιγμής, οι χειρότερες εξάρσεις του ιού έχουν εντοπιστεί στη Νέα Υόρκη, τη Βοστόνη και άλλες πόλεις, στις οποίες ο Τραμπ δεν είχε ποτέ πολλούς υποστηρικτές. Εάν όμως ο ιός εξαπλωθεί με την ίδια δριμύτητα στο Τέξας και στη Φλόριντα, τότε η αφοσίωση ακόμη και του πυρήνα των υποστηρικτών του Τραμπ ίσως να εξανεμιστεί.

Ο λόγος που οι ΗΠΑ είναι πιο αδύναμες ως χώρα είναι επειδή σε επίπεδο κατεστημένου έχουν διαιρεθεί και αυτοί οι διχασμοί θα βαθαίνουν όσο ο Τραμπ βρίσκεται στην εξουσία. Μέχρι στιγμής, έχει αποφύγει την πρόκληση σοβαρών διεθνών κρίσεων και οι κακοί του χειρισμοί στην επιδημία του κορωνοϊού δείχνουν ότι σοφά δεν το έπραξε. Πολώνει μία ήδη διχασμένη κοινωνία και αυτός είναι ο πραγματικός λόγος της παρακμής των ΗΠΑ.

Πηγή: Counterpunch

Μετάφραση: antapocrisis

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *