Χιροσίμα, Σεπτέμβριος 1945

Η σκοπιμότητα του εγκλήματος της Χιροσίμα

Στις 6 Αυγούστου του 1945 μια ατομική βόμβα έσβησε την Χιροσίμα από το χάρτη. Τρεις μέρες αργότερα, μια δεύτερη ατομική βόμβα κατέστρεψε και το Ναγκασάκι. Πρόκειται για το πιο μεγάλο σύντομο έγκλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι δύο βόμβες εξολόθρευσαν -σύμφωνα με τους επίσημους υπολογισμούς- από 130.000 έως 250.000 ανθρώπους.

Το καινούριο στοιχείο στην σπάνια αυτή αγριότητα δεν ήταν το μέγεθος των νεκρών. Οι νεκροί στα κρεματόρια του Χίτλερ ήταν περισσότεροι κατά τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου. Καινούριο στοιχείο δεν ήταν ούτε η εξολόθρευση δεκάδων χιλιάδων άοπλων πολιτών. Οι δύο βόμβες έπεσαν σε πόλεις με μικρή στρατιωτική σημασία και μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβη αυτό. Οι Αμερικάνοι είχαν ήδη εξαπολύσει τον πιο θανατηφόρο αεροπορικό βομβαρδισμό στην ιστορία της ανθρωπότητας, όταν στις 9 Μαρτίου του 1945, ισοπέδωσαν 41 τετραγωνικά χιλιόμετρα στο κέντρο του Τόκιο, αφήνοντας πίσω τους 120.000 νεκρούς και ένα εκατομμύριο άστεγους.

Το καινούριο στοιχείο στις δύο ατομικές βόμβες ήταν η σκοπιμότητα. Και η σκοπιμότητα αποτυπώνεται ανάγλυφα στη δήλωση του William Dyess, αξιωματούχου του Στέητ Ντιπάρτμεντ, επί εποχής Κάρτερ: «οι Σοβιετικοί γνωρίζουν ότι αυτό το φοβερό όπλο έχει πέσει δύο φορές στην ιστορία. Ήταν ο Αμερικανός πρόεδρος αυτός που το έριξε και τις δύο φορές. Πρέπει λοιπόν να το πάρουν σοβαρά υπόψη τους». Ο αξιωματούχος έκανε τη δήλωση με αφορμή τον πόλεμο στο Αφγανιστάν τρεις δεκαετίες αργότερα, αλλά αποτυπώνει καθαρά τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή τη -στρατιωτικά- ακατανόητη απόφαση των ΗΠΑ.

Η πράξη αυτή ήταν μια από τις μεγαλύτερες θηριωδίες στην ιστορία. Οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί και οι εκατομμύρια τραυματισμένοι, άρρωστοι, παραμορφωμένοι από τη ραδιενέργεια κατά τα επόμενα χρόνια, δεν ήταν τίποτα άλλο από μια βίαιη επίδειξη δύναμης εκ μέρους των Αμερικανών. Καθόλου δεν υπαγορεύτηκε από τις στρατιωτικές ανάγκες του πολέμου των Συμμάχων ενάντια στην τελευταία εναπομείνασα δύναμη του φασιστικού Άξονα.

Η διατεταγμένη σιωπή που περιβάλει το συγκεκριμένο έγκλημα (στην Ιαπωνία τα πρώτα αρκετά χρόνια απαγορεύονταν ακόμα και με ποινή φυλάκισης η απλή αναφορά στους βομβαρδισμούς), αποδεικνύει ότι η χρήση των ατομικών όπλων δεν υπάκουσε σε καμία λογική. Ούτε καν στην παράλογη λογική που επικρατεί στον καιρό του πολέμου.

Ο Τρούμαν στα απομνημονεύματά του αναφέρει ότι τυχόν αποτυχία των αμερικανικών ατομικών δοκιμών (και επομένως και της ατομικής βόμβας) θα οδηγούσε σε σοβιετική εισβολή επί του γιαπωνέζικου εδάφους και εδραίωση της ηγεμονίας της ΕΣΣΔ και στην Άπω Ανατολή. Η νίκη των Κινέζων κομμουνιστών θα ερχόταν άλλωστε τέσσερα χρόνια αργότερα.

Η Ιαπωνία, λίγες μέρες μετά το Ναγκασάκι, συνθηκολόγησε άνευ όρων. Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν οι ατομικές βόμβες. Πολλοί ανεξάρτητοι αναλυτές επιμένουν ότι η παράδοση της στρατοκρατικής Ιαπωνίας του ολοκληρωτικού και μέχρι το τέλος πολέμου, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην εισβολή των Σοβιετικών στη Μαντσουρία και στην περικύκλωση της μεγαλύτερης και ενδοξότερης στρατιάς του Αυτοκρατορικού Ιαπωνικού Στρατού, της Κουαντούνγκ, από τον Κόκκινο Στρατό. Ούτως ή άλλως, όμως, από τον Μάρτιο του 1945, ήταν σαφές για την αυτοκρατορική Ιαπωνία ότι ο πόλεμος είχε χαθεί και η ήττα ήταν θέμα χρόνου.

Η Χιροσίμα και το Ναγκασάκι ήταν πολιτικές πράξεις, πολύ περισσότερο από στρατιωτικές. Σε τι συνίσταται η πολιτική σημασία των δύο αυτών εγκλημάτων; Επρόκειτο για μια μεγαλοπρεπή δήλωση, ότι στον μεταπολεμικό κόσμο που ανατέλλει, οι ΗΠΑ είναι η στρατιωτική υπερδύναμη η οποία κατέχει ατομικά όπλα και δεν θα διστάσει να τα χρησιμοποιήσει. Ήταν όμως και μια επιθετική κίνηση προς τους (μέχρι τότε άσπονδους συμμάχους) και από τότε και στο εξής, μεγάλους αντιπάλους, τους Σοβιετικούς. Ήταν ήδη προφανές ότι οι δυτικές αστικές δημοκρατίες θα συγκρούονταν με το νεοσύστατο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

Παρά τον ολοκληρωτικό βιασμό της ιστορίας, το ξαναγράψιμό της, τη διαστρέβλωση των γεγονότων και των εννοιών, σε αυτή τη σύγκρουση, ήταν οι δυτικές αστικές δημοκρατίες που χρησιμοποιήσαν το φοβερότερο και αγριότερο όπλο στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Όχι ο «δικτάτορας» Στάλιν και οι «αιμοβόροι» Σοβιετικοί.

Και αυτό δεν οφείλεται στο ότι άργησαν τέσσερα χρόνια να αποκτήσουν το όπλο. Αλλά στο ότι οι δύο αυτές διαφορετικές παρατάξεις, οι δυτικές αστικές δημοκρατίες και το εργατο-αγροτικό κράτος της ΕΣΣΔ, χωρίζονταν από βαθιές και ανεπίλυτες διαφορές στην κοσμοαντίληψη, στην ιδεολογία, στη στάση τους απέναντι στον άνθρωπο.

Η επίσημη ιστορία εντός των ακαδημαϊκών τειχών, αλλά και ο καθημερινός ιστορικός και πολιτικός λόγος, κλείνει επί δεκαετίες τα μάτια μπροστά στο έγκλημα της 6ης και 9ης Αυγούστου του 1945. Και μπορεί την ίδια ώρα να αραδιάζει σαν στραγάλια τα εκατομμύρια που εξολόθρευσαν ο Στάλιν και ο Μάο. Προσθέτοντας κατά το δοκούν και το κέφι κάμποσα εκατομμύρια ακόμα.

Η Ιστορία όμως έχει γράψει και τα γεγονότα είναι πεισματάρικα. Οι δημοκρατίες της Δύσης, του δήθεν πολιτισμένου κόσμου, του αστικού διαφωτισμού, με κεφαλή τους τις ΗΠΑ, δεν δίστασαν ούτε μία στιγμή να πατήσουν το κουμπί του ολέθρου, ενώ ο πόλεμος είχε ουσιαστικά λήξει. Θέλησαν να δείξουν σε όλο τον κόσμο ότι, αν θέλουν και αν απειληθούν, μπορούν να κάψουν την ανθρωπότητα.

Δυστυχώς, αυτά ισχύουν και σήμερα. Ακόμα και αν ο θανάσιμος αντίπαλος, το στρατόπεδο της επανάστασης, έχει εκλείψει, η βαρβαρότητα της Δύσης παραμένει ακέραια.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *