Η Γαλλική Επανάσταση και η σημασία της

Το παρακάτω απόσπασμα είναι από το Γ’ Κεφάλαιο του βιβλίου «Η εποχή των επαναστάσεων 1789-1848» του σπουδαίου ιστορικού Έρικ Χομπσμπάουμ που αναφέρεται στη Γαλλική Επανάσταση. Ο βρετανός ιστορικός μιλά για τη διεθνή σημασία της Γαλλικής Επανάστασης, το ρόλο που έπαιξε στις επαναστάσεις άλλων χωρών, αλλά και στην πολιτική συγκρότηση του έθνους, στη μετατροπή δηλαδή των υπηκόων σε πολίτες, καθώς και στις αντιφάσεις, τα προχωρήματα και τα πισωγυρίσματα ή συμβιβασμούς που διακρίνουν κάθε επανάσταση. 

Ο Άγγλος που δεν είναι γεμάτος σεβασμό και θαυμασμό για τον θείο τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται σήμερα μία από τις πιο ΣΗΜΑΝΤΙΚΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ που γνώρισε ποτέ ο κόσμος δεν μπορεί παρά να μένει εντελώς ασυγκίνητος σε κάθε έννοια αρετής και ελευθερίας όλοι ανεξαιρέτως οι πατριώτες μου που είχαν την καλή τύχη να είναι μάρτυρες των γεγονότων των τριών τελευταίων ημερών στη μεγάλη αυτή πόλη δεν μπορεί παρά να βεβαιώσουν ότι όσα λέω δεν είναι υπερβολικά.

Η εφημερίδα Morning Post (21 Ιουλίου 1789), αναγγέλλοντας την πτώση της Βαστίλλης

Σύντομα τα φωτισμένα έθνη θα δικάσουν όλους αυτούς που ως τώρα τα κυβερνούσαν. Οι βασιλιάδες θα καταφύγουν στην έρημο, συντροφιά με τα άγρια θηρία που τους μοιάζουν και η Φύση θα ανακτήσει τα δικαιώματά της.

SAINT-JUST, Sur la Constitution de la France,
Discours prononcé à la Convention 24 Avril 1793 I

Av η οικονομία του κόσμου, τον 19ο αιώνα, δημιουργήθηκε κατά κύριο λόγο με την επίδραση της βρετανικής Βιομηχανικής Επανάστασης, η πολιτική και η ιδεολογία του διαμορφώθηκαν κυρίως με την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης. Η Βρετανία πρόσφερε το πρότυπο για τους σιδηροδρόμους και τα εργοστάσια, την εκρηκτική ύλη στον τομέα της οικονομίας, που τίναξε στον αέρα τις παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές του μη ευρωπαϊκού κόσμου αλλά η Γαλλία δημιούργησε τις επαναστάσεις του και του έδωσε τις ιδέες του, σε σημείο που παραλλαγές της τρίχρωμης σημαίας της έγιναν το έμβλημα σχεδόν όλων των νέων εθνών, ενώ η ευρωπαϊκή (αλλά και η παγκόσμια) πολιτική μεταξύ του 1789 και του 1917 ήταν σε μεγάλο βαθμό αγώνας υπέρ ή κατά των αρχών του 1789, ή των πιο εμπρηστικών ακόμη του 1793. Η Γαλλία έδωσε το λεξιλόγιο και τα βασικά θέματα της φιλελεύθερης και ριζοσπαστικής-δημοκρατικής πολιτικής στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου. Η Γαλλία έδωσε το πρώτο σημαντικό παράδειγμα, την έννοια και το λεξιλόγιο του εθνικισμού. Η Γαλλία πρόσφερε τους νομικούς κώδικες, το πρότυπο της επιστημονικής και της τεχνικής οργάνωσης, το μετρικό σύστημα στις περισσότερες χώρες. Η ιδεολογία του σύγχρονου κόσμου διαπέρασε για πρώτη φορά, μέσω της γαλλικής επίδρασης, τους αρχαίους πολιτισμούς που ως τότε είχαν αντισταθεί στις ευρωπαϊκές ιδέες. Αυτό ήταν το έργο της Γαλλικής Επανάστασης[1].

Τα τέλη του 18ου αιώνα ήταν, όπως είδαμε, εποχή κρίσης για τα παλαιά καθεστώτα της Ευρώπης και τα οικονομικά τους συστήματα, ενώ οι τελευταίες δεκαετίες του αιώνα ήταν γεμάτες πολιτικές αναταραχές, που κάποτε έφταναν ως την εξέγερση, γεμάτες αυτονομιστικά κινήματα των αποικιών, που κάποτε έφταναν ως την αποσκίρτηση: όχι μόνο στις ΗΠΑ (1776-83), αλλά και στην Ιρλανδία (1782-84), στο Βέλγιο και στη Λιέγη (1789-90), στην Ολλανδία (1783-87), στη Γενεύη και, όπως έχει υποστηριχθεί, ακόμη και στην Αγγλία (1779). Τόσο εντυπωσιακή είναι αυτή η πληθώρα των πολιτικών αναταραχών, που κάποιοι σύγχρονοι ιστορικοί μίλησαν για «εποχή δημοκρατικών επαναστάσεων», από τις οποίες μία απλώς ήταν η γαλλική, μολονότι η πιο οραματική και η πιο σπουδαία.

Εφόσον η κρίση των παλαιών καθεστώτων δεν αποτελούσε αποκλειστικά γαλλικό φαινόμενο, οι παρατηρήσεις αυτές έχουν κάποια βαρύτητα. Με το ίδιο σκεπτικό μπορεί να υποστηριχθεί ότι η Ρωσική Επανάσταση του 1917 (που καταλαμβάνει ανάλογη θέση στον αιώνα μας) ήταν απλώς το πιο δραματικό από ένα σύνολο κινημάτων όπως αυτά που λίγα χρόνια πριν από το 1917 προκάλεσαν τη διάλυση των γηραιών αυτοκρατοριών της Τουρκίας και της Κίνας. Ωστόσο, ίσως έτσι να οδηγηθούμε σε παρανοήσεις. Η Γαλλική Επανάσταση μπορεί να μην ήταν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά ήταν πολύ πιο ουσιαστική από κάθε άλλη σύγχρονή της, και οι συνέπειές της, επομένως, πήγαιναν πολύ βαθύτερα. Καταρχήν, πραγματοποιήθηκε στην ισχυρότερη και μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα της Ευρώπης (με εξαίρεση τη Ρωσία). Το 1789 ένας Ευρωπαίος περίπου στους πέντε ήταν Γάλλος. Κατά δεύτερο λόγο, ήταν η μόνη από όλες τις προηγούμενες ή τις μετέπειτα επαναστάσεις που είχε χαρακτήρα μαζικής κοινωνικής επανάστασης, και ήταν απείρως πιο ριζοσπαστική από κάθε άλλη ανάλογη αναταραχή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Αμερικανοί επαναστάτες και οι Βρετανοί «Ιακωβίνοι», που μετανάστευσαν στη Γαλλία λόγω των πολιτικών τους συμπαθειών, θεωρήθηκαν μετριοπαθείς στη Γαλλία. Ο Tom Paine ήταν εξτρεμιστής στη Βρετανία και στην Αμερική, αλλά στο Παρίσι ήταν ένας από τους μετριοπαθέστερους Γιρονδίνους. Το αποτέλεσμα των αμερικανικών επαναστάσεων ήταν, σε γενικές γραμμές, ότι οι διάφορες χώρες εξακολουθούσαν να είναι όπως πρώτα, με μόνη διαφορά την έλλειψη του πολιτικού ελέγχου των Βρετανών, των Ισπανών και των Πορτογάλων. Το αποτέλεσμα της Γαλλικής Επανάστασης ήταν ότι η εποχή του Balzac αντικατέστησε την εποχή της Κυρίας Du Barry.

Κατά τρίτο λόγο, η γαλλική ήταν η μόνη από τις σύγχρονές της επαναστάσεις που είχε οικουμενικό χαρακτήρα. Οι στρατιές της ξεκίνησαν να ξεσηκώσουν τον κόσμο οι ιδέες της το κατόρθωσαν πράγματι. Η Αμερικανική Επανάσταση παρέμεινε ένα πολύ σημαντικό γεγονός στην αμερικανική ιστορία, αλλά (με εξαίρεση τις χώρες που αναμείχθηκαν άμεσα και επηρεάστηκαν από αυτήν) λίγα ίχνη άφησε σε άλλες χώρες. Η Γαλλική Επανάσταση αποτελεί ορόσημο για όλες τις χώρες. Η δική της απήχηση και όχι της Αμερικανικής Επανάστασης προκάλεσε τις εξεγέρσεις που οδήγησαν στην απελευθέρωση της Λατινικής Αμερικής μετά το 1808. Η άμεση επίδρασή της εξαπλώθηκε ως τη Βεγγάλη, όπου ο Ραμ Μοχάν Ρόυ εμπνεύστηκε από αυτήν για να θεμελιώσει το πρώτο ινδουιστικό μεταρρυθμιστικό κίνημα, πρόδρομο του σύγχρονου ινδικού εθνικισμού. (Όταν επισκέφθηκε την Αγγλία το 1830, επέμεινε να ταξιδέψει με γαλλικό πλοίο για να διακηρύξει τον ενθουσιασμό που του προκαλούσαν οι αρχές της Γαλλικής Επανάστασης.) Ήταν, όπως σωστά υποστηρίχτηκε, «το πρώτο μεγάλο κίνημα ιδεών της χριστιανικής Δύσης που είχε κάποια πραγματική απήχηση στον ισλαμικό κόσμο», και μάλιστα σχεδόν αμέσως. Ήδη στα μέσα του 19ου αιώνα, η τουρκική λέξη «vatan», που ως τότε σήμαινε απλώς τον τόπο γέννησης ή διαμονής ενός ατόμου, είχε αρχίσει να πλησιάζει τον όρο «patrie» με την επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης ο όρος «ελευθερία», που πριν από το 1800 ήταν κατεξοχήν νομικός και σήμαινε το αντίθετο της «σκλαβιάς», άρχισε να αποκτά νέο πολιτικό περιεχόμενο. Η έμμεση επίδραση της Γαλλικής Επανάστασης είναι οικουμενική, γιατί έδωσε το πρότυπο για όλα τα επόμενα επαναστατικά κινήματα[2], ενώ τα διδάγματά της (με την εκάστοτε ερμηνεία που τους δόθηκε) ενσωματώθηκαν στον σύγχρονο σοσιαλισμό και τον κομουνισμό.

Η Γαλλική Επανάσταση παραμένει λοιπόν η επανάσταση της εποχής της και όχι απλώς μία, η πιο εξέχουσα, από τις άλλες. Τα αίτιά της πρέπει συνεπώς να αναζητηθούν όχι μόνο στις γενικές συνθήκες της Ευρώπης αλλά στη συγκεκριμένη κατάσταση της Γαλλίας. Η ιδιομορφία της ερμηνεύεται ίσως καλύτερα με αναφορά στη διεθνή κατάσταση. Κατά τη διάρκεια ολόκληρου του 18ου αιώνα, η Γαλλία υπήρξε ο σημαντικότερος διεθνώς οικονομικός ανταγωνιστής της Βρετανίας. Το εξωτερικό της εμπόριο, που τετραπλασιάστηκε μεταξύ του 1720 και του 1780, προκαλούσε ανησυχίες το αποικιοκρατικό της σύστημα ήταν σε ορισμένες περιοχές (όπως στις Δυτικές Ινδίες) πιο δυναμικό από το βρετανικό. Ωστόσο η Γαλλία δεν ήταν μια δύναμη όπως η Βρετανία, της οποίας η εξωτερική πολιτική είχε ήδη καθοριστεί σε σημαντικό βαθμό από τα συμφέροντα της καπιταλιστικής επέκτασης. Ήταν η ισχυρότερη και, από πολλές πλευρές, η πιο χαρακτηριστική από τις παλιές αριστοκρατικές απόλυτες μοναρχίες της Ευρώπης. Με άλλα λόγια, η σύγκρουση ανάμεσα στο επίσημο πλαίσιο και στα κεκτημένα συμφέροντα του παλιού καθεστώτος αφενός και στις ανερχόμενες νέες κοινωνικές δυνάμεις αφετέρου ήταν οξύτερη στη Γαλλία απ’ ό,τι σε άλλες χώρες.

Οι νέες δυνάμεις γνώριζαν με αρκετή ακρίβεια τι επιθυμούσαν. Ο φυσιοκράτης οικονομολόγος Turgot υποστήριζε την αποδοτική εκμετάλλευση της γης, τις ελεύθερες επιχειρήσεις και το ελεύθερο εμπόριο, την τυποποιημένη, αποτελεσματική διοίκηση μιας και μόνης ομοιογενούς εθνικής επικράτειας και την κατάργηση όλων των περιορισμών και των κοινωνικών ανισοτήτων που παρακώλυαν την ανάπτυξη των εθνικών πόρων, καθώς και την ορθολογική και δίκαιη διοίκηση και φορολογία. Ωστόσο, η απόπειρά του να εφαρμόσει ένα τέτοιο πρόγραμμα ως πρωθυπουργός του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ στα 1774-76 απέτυχε οικτρά, και η αποτυχία αυτή είναι χαρακτηριστική. Μεταρρυθμίσεις αυτού του τύπου, σε μικρές δόσεις, δεν ήταν ασυμβίβαστες με τις απόλυτες μοναρχίες, ούτε και ανεπιθύμητες. Αντίθετα, την εποχή αυτή οι λεγόμενοι «φωτισμένοι δεσπότες» τις ενθάρρυναν σημαντικά, εφόσον τέτοιες μεταρρυθμίσεις τους έδιναν μεγαλύτερη δύναμη. Αλλά, στις περισσότερες χώρες της «φωτισμένης δεσποτείας», μεταρρυθμίσεις τέτοιου είδους ήταν ή ανεφάρμοστες, και επομένως απλώς θεωρητικές φιοριτούρες, ή ανίσχυρες να μεταβάλουν τον γενικό χαρακτήρα της πολιτικής και της κοινωνικής δομής ή, σε άλλες περιπτώσεις, σημείωναν αποτυχία λόγω της αντίστασης των τοπικών αριστοκρατιών και άλλων κατεστημένων συμφερόντων και άφηναν τη χώρα να ξανακυλήσει σε μια κάπως πιο ευπρεπισμένη μορφή της προηγούμενης κατάστασής της. Στη Γαλλία, η αποτυχία ήρθε γρηγορότερα από ό,τι αλλού, γιατί η αντίσταση των κατεστημένων συμφερόντων ήταν αποτελεσματικότερη. Τα αποτελέσματα όμως της αποτυχίας αυτής ήταν πιο καταστροφικά για τη μοναρχία, και οι δυνάμεις της αστικής αλλαγής ήταν υπερβολικά ισχυρές για να περιπέσουν σε αδράνεια. Μετέθεσαν απλώς τις ελπίδες τους από τη φωτισμένη μοναρχία στο λαό ή στο «έθνος».

Η Γαλλική Επανάσταση δεν έγινε από ένα διαμορφωμένο κόμμα ή κίνημα με τη σύγχρονη έννοια, ούτε οι ηγέτες της είχαν την πρόθεση να εφαρμόσουν ένα συστηματικό πρόγραμμα. Ούτε καν ανέδειξε «ηγέτες» του τύπου που οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα μας έχουν συνηθίσει, ωσότου εμφανίστηκε, μετεπαναστατικά, η μορφή του Ναπολέοντα. Η εκπληκτική εντούτοις σύγκλιση γενικών ιδεών στους κόλπους μιας κοινωνικής ομάδας με αρκετή συνοχή, έδωσε στο επαναστατικό κίνημα πραγματική ενότητα. Η ομάδα ήταν η αστική τάξη οι ιδέες της ήταν οι ιδέες του κλασικού φιλελευθερισμού όπως διατυπώθηκαν από τους «φιλοσόφους» και τους «οικονομολόγους» και όπως διαδόθηκαν από τον τεκτονισμό και διάφορες άτυπες οργανώσεις. Ως το βαθμό αυτό οι «φιλόσοφοι» μπορούν δίκαια να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την Επανάσταση. Θα ξεσπούσε και χωρίς αυτούς, αλλά η επιρροή τους πιθανόν να ευθύνεται για τη διαφορά μεταξύ της απλής κατάρρευσης ενός παλιού καθεστώτος και της αποτελεσματικής και γρήγορης αντικατάστασής του από ένα νέο.

Η ιδεολογία του 1789, στην πιο γενική της μορφή, ήταν η μασονική ιδεολογία που εκφράζεται με τόσο αθώα μεγαλοπρέπεια στον Μαγεμένο Αυλό του Mozart (1791), ένα από τα πρωιμότερα μεγάλα προπαγανδιστικά έργα τέχνης μιας εποχής της οποίας τα αξιολογότερα καλλιτεχνικά επιτεύγματα ανήκαν τόσο συχνά στη σφαίρα της προπαγάνδας. Πιο συγκεκριμένα, οι αξιώσεις της αστικής τάξης του 1789 διατυπώνονται στην περίφημη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, του ίδιου έτους. Το κείμενο αυτό αποτελεί μανιφέστο κατά της ιεραρχικής κοινωνίας των προνομίων των ευγενών, αλλά όχι και μανιφέστο υπέρ της δημοκρατικής κοινωνίας ή υπέρ της κοινωνικοπολιτικής ισότητας. «Οι άνθρωποι γεννιούνται και ζουν ελεύθεροι και ίσοι απέναντι στους νόμους», ορίζει το πρώτο της άρθρο. Το κείμενο ωστόσο προβλέπει την ύπαρξη κοινωνικών διακρίσεων, αν και «μόνο για λόγους κοινής ωφελείας». Η ιδιοκτησία είναι φυσικό δικαίωμα, ιερό, αναφαίρετο και απαραβίαστο. Οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και η σταδιοδρομία εξίσου ανοιχτή για τον καθένα, ανάλογα με την ικανότητά του. Αλλά αν ο αγώνας άρχιζε χωρίς ισοζυγισμό, θεωρούνταν εξίσου δεδομένο ότι οι δρομείς δεν θα τερμάτιζαν όλοι μαζί. Η διακήρυξη όριζε (σε αντίθεση με την αριστοκρατική ιεραρχία και τον απολυταρχισμό) ότι «όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να συνεργάζονται στη σύνταξη των νομών», αλλά «είτε προσωπικά, είτε μέσω των αντιπροσώπων τους». Και η αντιπροσωπευτική συνέλευση που η διακήρυξη οραματιζόταν ως το βασικό όργανο διακυβέρνησης δεν ήταν απαραίτητα δημοκρατικά εκλεγμένη, ούτε το καθεστώς που υπονοούσε ήταν ένα καθεστώς που καταργούσε τη βασιλεία. Μια συνταγματική μοναρχία, βασισμένη σε μια ολιγαρχία που διαθέτει περιουσία και εκφράζεται μέσω αντιπροσωπευτικής συνέλευσης, ήταν για τους περισσότερους φιλελεύθερους αστούς ένα σχήμα πιο οικείο από την αβασίλευτη δημοκρατία που θα φαινόταν ίσως η πιο λογική έκφραση των θεωρητικών προσδοκιών τους μολονότι υπήρξαν και μερικοί που δεν δίστασαν να την υποστηρίξουν. Αλλά, σε γενικές γραμμές, ο κλασικός φιλελεύθερος αστός του 1780 (και ο φιλελεύθερος του 1789-1848) δεν ήταν υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας αλλά θιασώτης του συνταγματικού πολιτεύματος, ενός κοσμικού κράτους με αστικές ελευθερίες και εγγυήσεις για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, με διακυβέρνηση που θα την εξασφάλιζαν οι φορολογούμενοι και όσοι είχαν κάποια περιουσία.

Επισήμως, παρ’ όλα αυτά, ένα τέτοιο καθεστώς θα εξέφραζε όχι απλώς τα ταξικά συμφέροντα αλλά τη γενική επιθυμία του «λαού», ο οποίος αποτελούσε με τη σειρά του (συνταύτιση με ιδιαίτερη σημασία) το «γαλλικό έθνος». Ο βασιλιάς δεν ήταν πια «Λουδοβίκος, ελέω Θεού βασιλεύς της Γαλλίας και της Ναβάρρας», αλλά «Λουδοβίκος, ελέω Θεού και συνταγματικώ δικαίω του κράτους βασιλεύς των Γάλλων». «Η πηγή κάθε εξουσίας», όριζε η Διακήρυξη, «ανήκει κατ’ ουσίαν στο έθνος». Και το έθνος, όπως το έθεσε ο αβάς Sieyès, δεν αναγνώριζε άλλο συμφέρον επί της γης υπεράνω του δικού του και δεν δεχόταν άλλο νόμο ή αρχή εκτός από τη δική του ούτε της ανθρωπότητας εν γένει ούτε άλλων εθνών. Αναμφίβολα, το γαλλικό έθνος και οι μεταγενέστεροι μιμητές του δεν συνέλαβαν αρχικά ότι ήταν δυνατό τα συμφέροντά τους να συγκρουστούν με τα συμφέροντα άλλων λαών, αλλά αντίθετα θεωρούσαν ότι θεμελίωναν ή συμμετείχαν σε ένα κίνημα για τη γενική απελευθέρωση των λαών από την τυραννία. Αλλά, στην πραγματικότητα, ο εθνικός ανταγωνισμός (λ.χ. ο ανταγωνισμός των Γάλλων με τους Βρετανούς επιχειρηματίες), καθώς και η εθνική υποταγή (λ.χ. των κατακτημένων ή απελευθερωμένων εθνών στα συμφέροντα της grande nation, ήταν στοιχεία που υπέβοσκαν στον εθνικισμό, στον οποίο οι αστοί του 1789 έδωσαν την πρώτη του επίσημη έκφραση. Ο «λαός» ως έννοια ταυτόσημη με το «έθνος» ήταν επαναστατική σύλληψη, πιο επαναστατική από το αστικοφιλελεύθερο πρόγραμμα που φιλοδοξούσε να εκφράσει ήταν όμως και διφορούμενη. Εφόσον οι αγρότες και οι φτωχοί εργαζόμενοι ήταν αγράμματοι, χωρίς πολιτική ωριμότητα ή φιλοδοξίες, και το εκλογικό σύστημα έμμεσο, εκλέχτηκαν να αντιπροσωπεύσουν την Τρίτη Τάξη 610 άτομα, στην πλειοψηφία τους αστοί. Οι περισσότεροι ήταν δικηγόροι, που έπαιζαν σημαντικό οικονομικό ρόλο στην επαρχιακή Γαλλία. Καμιά εκατοστή ήταν κεφαλαιούχοι και επιχειρηματίες. Η μεσαία τάξη είχε παλέψει σκληρά και με επιτυχία για να κερδίσει μια αντιπροσώπευση τόσο ευρεία όσο των ευγενών και του κλήρου μαζί, πράγμα που αποτελούσε περιορισμένη φιλοδοξία για μια ομάδα που επίσημα κάλυπτε το 95% του λαού. Τώρα πάλευαν με την ίδια αποφασιστικότητα για το δικαίωμα να αξιοποιήσουν την ενδεχόμενη πλειοψηφία τους, μεταβάλλοντας τη Γενική Συνέλευση σε συνέλευση μεμονωμένων αντιπροσώπων που ψήφιζαν ως άτομα, αντί του παραδοσιακού φεουδαρχικού σώματος που αποφάσιζε και ψήφιζε κατά κοινωνικές ομάδες, οπότε οι ευγενείς και ο κλήρος μπορούσαν πάντοτε να πλειοψηφήσουν έναντι της Τρίτης Τάξης. Με αφορμή το θέμα αυτό, έγινε και η πρώτη πραγματικά επαναστατική κίνηση. Έξι εβδομάδες περίπου μετά την έναρξη των εργασιών της Γενικής Συνέλευσης, οι λαϊκοί αντιπρόσωποι, θέλοντας να προκαταλάβουν τυχόν ενέργειες του βασιλιά, των ευγενών και του κλήρου, ενώθηκαν με όσους ήταν πρόθυμοι να δεχτούν τους όρους τους και αυτοανακηρύχτηκαν «Εθνοσυνέλευση» με συντακτική δικαιοδοσία. Μια απόπειρα αντεπανάστασης τους οδήγησε στη διατύπωση των διεκδικήσεών τους, κατά μίμηση στην ουσία της Αγγλικής Βουλής των Κοινοτήτων. Η εποχή του απολυταρχισμού έφτασε στο τέλος της όταν ο Mirabeau, ένας ευφυής και ανυπόληπτος πρώην ευγενής, είπε στο βασιλιά: «Μεγαλειότατε, είστε ξένο σώμα σε τούτη τη συνέλευση, δεν έχετε το δικαίωμα να λάβετε το λόγο».

Η Τρίτη Τάξη κατόρθωσε να επικρατήσει, παρά τη συντονισμένη αντίσταση του βασιλιά και των προνομιούχων τάξεων, γιατί εκπροσωπούσε τις απόψεις όχι απλώς μιας μορφωμένης και μαχητικής μειοψηφίας αλλά και πολύ πιο ισχυρών δυνάμεων: των φτωχών εργαζομένων των πόλεων, και ιδίως του Παρισιού, και, σε λίγο, της επαναστατημένης αγροτιάς. Αυτό που μετέτρεψε ένα περιορισμένο κίνημα για μεταρρύθμιση σε επανάσταση ήταν το γεγονός ότι η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης συνέπεσε χρονικά με μια βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση. Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1780 είχαν αποτελέσει, για πολλούς λόγους, περίοδο μεγάλων δυσχερειών για όλους σχεδόν τους κλάδους της γαλλικής οικονομίας. Μια κακή σοδειά το 1788 (και το 1789) και ένας δυσκολότατος χειμώνας όξυναν την κρίση. Οι κακές σοδειές έπληξαν τους αγρότες, γιατί, ενώ επέτρεπαν στους μεγαλοπαραγωγούς να πουλούν τα σιτηρά σε υπέρογκες τιμές σιτοδείας, η πλειονότητα των μικροκληρούχων αγροτών ήταν υποχρεωμένη να καταναλώσει το σιταρόσπορό της ή να αγοράσει τρόφιμα σε εξωφρενικές τιμές, ιδίως κατά τους μήνες αμέσως πριν από τη νέα σοδειά (δηλαδή Μάιο- Ιούλιο). Έπληξαν άλλωστε και τους φτωχούς των πόλεων, μια και το κόστος ζωής το ψωμί ήταν το βασικό είδος διατροφής συχνά υπερδιπλασιάστηκε. Τους έπληξαν ακόμη περισσότερο μια και η οικονομική εξασθένηση της υπαίθρου περιόριζε την αγορά για τα βιομηχανικά είδη και προκαλούσε συνεπώς βιομηχανική ύφεση. Οι φτωχοί λοιπόν της υπαίθρου ήταν σε απελπιστική κατάσταση, και η ανησυχία τους εκδηλωνόταν με εξεγέρσεις και ληστρικές πράξεις οι φτωχοί των πόλεων ήταν διπλά απελπισμένοι, καθώς δεν υπήρχε πια δουλειά, και μάλιστα τη στιγμή που το κόστος ζωής ανέβαινε στα ύψη. Με κανονικές συνθήκες δεν θα ξεσπούσαν παρά εξεγέρσεις στα τυφλά. Αλλά το 1788 και το 1789 η σοβαρή αναστάτωση στο βασίλειο και η προπαγανδιστική-προεκλογική εκστρατεία έδωσαν στην απόγνωση του λαού πολιτικές προοπτικές. Πρωτοπαρουσιάστηκε η τρομαχτική και επαναστατική ιδέα της απελευθέρωσης από τους ευγενείς και την καταπίεση. Πίσω από τους αντιπροσώπους της Τρίτης Τάξης στεκόταν ένας λαός που είχε εξεγερθεί.

Η αντεπανάσταση μετέβαλε την ενδεχόμενη μαζική εξέγερση σε πραγματικότητα. Αναμφισβήτητα, ήταν πολύ φυσικό για το παλιό καθεστώς να αντισταθεί, εν ανάγκη και ενόπλως, μολονότι δεν μπορούσε πια να έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στο στρατό. (Μόνο φαντασιόπληκτοι ονειροπόλοι μπορεί να ισχυριστούν ότι ο Λουδοβίκος ΙΣΤ’ θα ομολογούσε ότι ηττήθηκε και θα γινόταν αμέσως συνταγματικός μονάρχης, ακόμη και αν ήταν λιγότερο ασήμαντος και λιγότερο βλαξ απ’ ό,τι ήταν, ακόμη κι αν η γυναίκα του ήταν λιγότερο ελαφρόμυαλη και ανεύθυνη, ακόμη κι αν ήταν πρόθυμος να ακολουθήσει λιγότερο ολέθριες συμβουλές.) Στην πραγματικότητα, η αντεπανάσταση κινητοποίησε τις παρισινές μάζες, που ήταν ήδη πεινασμένες, καχύποπτες και μαχητικές. Το πιο συγκλονιστικό αποτέλεσμα της κινητοποίησής τους ήταν η άλωση της Βαστίλλης, μιας κρατικής φυλακής που συμβόλιζε τη βασιλική εξουσία, όπου οι επαναστάτες περίμεναν να βρουν όπλα. Σε περιόδους επαναστάσεων τίποτε δεν είναι ισχυρότερο από την πτώση των συμβόλων. Η πτώση της Βαστίλλης στις 14 Ιουλίου, που δίκαια τιμάται από τους Γάλλους ως εθνική γιορτή, σήμανε επίσημα και την πτώση του δεσποτισμού και χαιρετίστηκε απ’ όλο τον κόσμο ως η αρχή της απελευθέρωσης. Ακόμη και ο αυτοπειθαρχημένος φιλόσοφος Immanuel Kant από το Königsberg, που οι συνήθειές του ήταν τόσο τακτικές ώστε λέγεται ότι οι συμπολίτες του ρύθμιζαν τα ρολόγια τους σύμφωνα με τις κινήσεις του, ανέβαλε τον απογευματινό του περίπατο όταν έμαθε τα νέα, πείθοντας έτσι τους συμπολίτες του ότι πράγματι είχε συμβεί ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι η πτώση της Βαστίλλης έγινε αφορμή να εξαπλωθεί η επανάσταση στις επαρχιακές πόλεις και την ύπαιθρο.

Οι αγροτικές επαναστάσεις είναι κινήματα τεράστια, άμορφα, ανώνυμα αλλά και ακαταμάχητα. Αυτό που μετέβαλε μια επιδημία αγροτικών αναταραχών σε οριστική και αμετάκλητη αναστάτωση ήταν ένας συνδυασμός εξεγέρσεων στις επαρχιακές πόλεις και ενός κύματος μαζικού πανικού που διαδόθηκε συγκαλυμμένα αλλά γρήγορα σ’ ολόκληρη τη χώρα: αυτό που ονομάζεται «Μεγάλος Φόβος» («Grande Peur»), στο τέλος Ιουλίου με αρχές Αυγούστου 1789. Μέσα σε τρεις εβδομάδες από τις 14 Ιουλίου, η κοινωνική δομή του γαλλικού αγροτικού φεουδαλισμού και ο κρατικός μηχανισμός της βασιλικής Γαλλίας είχαν κατακερματισθεί. Ό,τι απέμενε από την κρατική εξουσία ήταν μερικά διάσπαρτα συντάγματα του στρατού με αμφίβολη αφοσίωση στο θρόνο, μια Εθνοσυνέλευση χωρίς δύναμη επιβολής και ένα πλήθος δημοτικών ή επαρχιακών μεσοαστικών διοικήσεων που σύντομα έμελλε να συγκροτήσουν την αστική ένοπλη «Εθνοφυλακή» με βάση το παρισινό πρότυπο. Η μεσαία τάξη και η αριστοκρατία δέχτηκαν αμέσως την αναπόφευκτη εξέλιξη: όλα τα φεουδαλικά προνομία καταργήθηκαν επίσημα, μολονότι, όταν σταθεροποιήθηκε η πολιτική κατάσταση, ορίστηκε για την εξαγορά τους πολύ υψηλή τιμή. Ο φεουδαλισμός δεν καταργήθηκε οριστικά παρά το 1793. Ως το τέλος Αύγουστου, η Επανάσταση είχε ήδη αποκτήσει το επίσημο μανιφέστο της, τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη. Αντίθετα, ο βασιλιάς αντιστεκόταν με τη συνήθη κουταμάρα του, ενώ τμήματα της επαναστατημένης μεσαίας τάξης, φοβούμενα τις κοινωνικές συνέπειες του μαζικού ξεσηκωμού, άρχισαν να σκέπτονται ότι είχε φτάσει η ώρα για κάποιο συντηρητισμό.

Με λίγα λόγια, η βασική μορφή της γαλλικής και κάθε μεταγενέστερης αστικοεπαναστατικής πολιτικής ήταν ήδη ευκρινής. Αυτός ο δραματικός διαλεκτικός χορός έμελλε να διαποτίσει τις μελλοντικές γενιές. Θα δούμε πολλές φορές αναμορφωτές από τη μεσαία τάξη να κινητοποιούν τις μάζες ενάντια στην αδιάλλακτη αντίσταση ή την αντεπανάσταση. Θα δούμε τις μάζες να προχωρούν πέρα από τους στόχους των μετριοπαθών, προς τις δικές τους κοινωνικές επαναστάσεις, και τους μετριοπαθείς με τη σειρά τους να διασπώνται στα δύο: σε μια συντηρητική ομάδα, η οποία συμπράττει ανοιχτά πια με τους αντιδραστικούς, και σε μια αριστερή ομάδα αποφασισμένη να επιδιώξει τους μετριοπαθείς στόχους που δεν είχαν ακόμη επιτευχθεί με τη βοήθεια των μαζών, έστω και αν υπήρχε κίνδυνος να χάσει τον έλεγχό τους. Και ούτω καθεξής, με επαναλήψεις και παραλλαγές στο σχήμα: αντίσταση μαζική κινητοποίηση μετατόπιση προς τ’ αριστερά διάσπαση των μετριοπαθών και μετατόπιση προς τα δεξιά, ωσότου η πλειοψηφία της μεσαίας τάξης να περάσει στο συντηρητικό πια στρατόπεδο ή να ηττηθεί από την κοινωνική επανάσταση. Στις πιο πολλές αστικές επαναστάσεις που ακολούθησαν, οι μετριοπαθείς φιλελεύθεροι είτε αποτραβήχτηκαν είτε πέρασαν στο συντηρητικό στρατόπεδο, σε πολύ πρώιμο στάδιο. Τον 19ο αιώνα, μάλιστα, διαπιστώνουμε όλο και πιο συχνά (ιδιαίτερα στη Γερμανία) ότι έφτασαν να μη θέλουν να αρχίσουν καν την επανάσταση, επειδή φοβούνταν τις ανυπολόγιστες συνέπειές της και προτίμησαν το συμβιβασμό με το βασιλιά και την αριστοκρατία. Η ιδιομορφία της Γαλλικής Επανάστασης είναι ότι ένα τμήμα της φιλελεύθερης μεσαίας τάξης ήταν πρόθυμο να παραμείνει «επαναστατικό» ως τα όρια της αντιαστικής επανάστασης, και μάλιστα πέρα απ’ αυτά: το τμήμα αυτό ήταν οι Ιακωβίνοι, που το όνομά τους έφτασε να ταυτίζεται παντού με τη «ριζοσπαστική επανάσταση».

Γιατί αυτό; Εν μέρει, φυσικά, γιατί η γαλλική μπουρζουαζία δεν είχε ακόμη, όπως οι μεταγενέστεροι φιλελεύθεροι, τη φρικτή ανάμνηση της Γαλλικής Επανάστασης να τη φοβίζει. Μετά το 1794 ήταν πια σαφές για τους μετριοπαθείς ότι το καθεστώς των Ιακωβίνων είχε οδηγήσει την Επανάσταση σε τέτοιο σημείο που δεν ικανοποιούσε πια τις ανέσεις και τις προοπτικές των αστών, όπως ακριβώς ήταν σαφές για τους επαναστάτες ότι, αν επρόκειτο ποτέ να ανατείλει ξανά «ο ήλιος του 1793», θα φώτιζε πια μια μη αστική κοινωνία. Άλλωστε, οι Ιακωβίνοι είχαν περιθώρια να είναι ριζοσπαστικοί, γιατί στην εποχή τους δεν υπήρχε κοινωνική τάξη που να μπορεί να προβάλει μια διαφορετική από τη δική τους εναλλακτική κοινωνική λύση με κάποια συνοχή. Η τάξη αυτή εμφανίστηκε μόνο κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης με το «προλεταριάτο» ή, ακριβέστερα, με τις ιδεολογίες και τα κινήματα που βασίστηκαν σ’ αυτό. Στη Γαλλική Επανάσταση, η εργατική τάξη ονομασία που κι αυτή δεν κυριολεκτεί όταν σημαίνει το πλήθος των μεροκαματιάρηδων, που στην πλειονότητά τους δεν ήταν βιομηχανικοί εργάτες δεν έπαιζε ακόμη σημαντικό ανεξάρτητο ρόλο. Πεινούσαν, ξεσηκώνονταν, ίσως ονειρεύονταν, αλλά στην ουσία ακολουθούσαν ηγέτες που δεν ήταν προλετάριοι. Η αγροτική τάξη ποτέ δεν προσφέρει εναλλακτική πολιτική λύση σε κανένα μπορεί μονάχα να προσφέρει, κατά τη συγκυρία, μια σχεδόν ακατανίκητη δύναμη ή έναν σχεδόν αμετακίνητο στόχο. Η μόνη εναλλακτική λύση στον αστικό ριζοσπαστισμό (με την εξαίρεση μικρών ομάδων από ιδεολόγους ή αγωνιστές που ήταν ανίσχυροι χωρίς τη λαϊκή υποστήριξη) ήταν οι άκρως δημοκρατικοί ή «Ξεβράκωτοι» ή Σανκιλότ (Sans-culottes), ένα άμορφο κίνημα, κυρίως των φτωχών εργατών των πόλεων, μικροτεχνιτών, καταστηματαρχών, βιοτεχνών, μικροεπιχειρηματιών και τα παρόμοια. Οι «Ξεβράκωτοι», οργανωμένοι κυρίως στις συνοικίες της πόλης του Παρισιού και τις τοπικές πολιτικές λέσχες, αποτελούσαν την κύρια δύναμη κρούσης της επανάστασης τους διαδηλωτές, τους στασιαστές, τους πρωτεργάτες στο στήσιμο οδοφραγμάτων. Μέσω δημοσιογράφων όπως ο Marat και ο Hébert, μέσω τοπικών εκπροσώπων, διαμόρφωσαν μια πολιτική πίσω από την οποία κρυβόταν ένα ασαφές και αντιφατικό κοινωνικό ιδεώδες που συνδύαζε το σεβασμό για τη (μικρή) ιδιοκτησία με την εχθρότητα για τους πλούσιους δουλειά εγγυημένη από την κυβέρνηση, ημερομίσθια και κοινωνική ασφάλιση για τους φτωχούς μια ακραία δημοκρατία, αυστηρά εντοπισμένη και άμεση, βασισμένη στις αρχές της πολιτικοκοινωνικής εξίσωσης και της ελευθερίας της σκέψης. Στην πραγματικότητα οι Ξεβράκωτοι ήταν κλάδος του παγκόσμιου και σημαντικότατου πολιτικού ρεύματος που ζητούσε να εκφράσει τα συμφέροντα της μεγάλης μάζας των «αδύναμων», ανάμεσα στους πόλους των «αστών» και των «προλετάριων», συχνά πλησιάζοντας ίσως πολύ περισσότερο τους δεύτερους, μια και κατά κανόνα ήταν κι αυτοί φτωχοί. Το βλέπουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες (Τζεφερσονισμός και Τζακσονική δημοκρατία, ή λαϊκισμός), στη Βρετανία («ριζοσπαστισμός»), στη Γαλλία (πρόδρομο κίνημα των μετέπειτα «ρεπουμπλικάνων» και ριζοσπαστών-σοσιαλιστών), στην Ιταλία (Ματσινικοί, Γαριβαλδινοί), και αλλού. Κατά κανόνα, τελικά καταστάλαζε, σε μετεπαναστατικούς καιρούς, και αποτελούσε την αριστερά του φιλελευθερισμού της μεσαίας τάξης, που ήταν απρόθυμη να αποκηρύξει την παλιά αρχή ότι δεν υπάρχουν εχθροί αριστεροί, και πρόθυμη, σε εποχές κρίσης, να ξεσηκωθεί εναντίον του «τείχους του χρήματος», ή των «βασιλοφρόνων του χρήματος», ή του «σταυρού από χρυσάφι που σταυρώνει την ανθρωπότητα». Αλλά ο Σανκιλοτισμός δεν πρόσφερε ούτε κι αυτός πραγματική εναλλακτική λύση. Το ιδανικό του, ένα χρυσό παρελθόν χωρικών και μικροτεχνιτών, ή ένα χρυσό μέλλον μικροκαλλιεργητών και βιοτεχνών που θα ζούσαν ανενόχλητοι από τους τραπεζίτες και τους εκατομμυριούχους, ήταν ανέφικτο. Η ιστορία ακολουθούσε την πορεία της και ήταν καθαρά εναντίον τους. Ό,τι μπορούσαν να κάνουν και το κατόρθωσαν στα 1793-94 ήταν να στήσουν εμπόδια στο δρόμο της, πράγμα που παρακώλυσε την οικονομική ανάπτυξη της Γαλλίας από τότε ως σήμερα σχεδόν. Στην πραγματικότητα ο Σανκιλοτισμός ήταν φαινόμενο τόσο ανίσχυρο ώστε ξεχάστηκε και τ’ όνομά του ακόμη, ή τον θυμάται κανείς μόνο ως συνώνυμο του Ιακωβινισμού, από τον οποίο άντλησε την ηγεσία του κατά το Έτος II.

Η έκρηξη του πολέμου ώθησε τα πράγματα σε αποφασιστικές εξελίξεις, οδήγησε, δηλαδή, στη δεύτερη επανάσταση του 1792, στη Δημοκρατία των Ιακωβίνων του Έτους II και, τελικά, στον Ναπολέοντα. Με άλλα λόγια, μετέτρεψε την ιστορία της Γαλλικής Επανάστασης σε ιστορία της Ευρώπης.

Δύο δυνάμεις ώθησαν τη Γαλλία σε γενικό πόλεμο: η άκρα δεξιά και η μετριοπαθής αριστερά. Για τον βασιλιά, τη γαλλική αριστοκρατία και τους αριστοκράτες και κληρικούς φυγάδες, που πλήθαιναν ολοένα και ήταν συγκεντρωμένοι σε διάφορες δυτικογερμανικές πόλεις, ήταν φανερό ότι μόνο η ξένη επέμβαση μπορούσε να επαναφέρει το παλιό καθεστώς. Μια τέτοια επέμβαση δεν μπορούσε να οργανωθεί πολύ εύκολα λόγω των περίπλοκων διεθνών συνθηκών και της σχετικής πολιτικής ηρεμίας στις άλλες χώρες. Ωστόσο, ήταν όλο και πιο φανερό στους απανταχού ευγενείς και τους ελέω Θεού ηγεμόνες ότι η αποκατάσταση της εξουσίας του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ δεν ήταν μόνο μια πράξη ταξικής αλληλεγγύης αλλά και μια σπουδαία διασφάλιση ενάντια στην εξάπλωση των φριχτών ιδεών που διέσπειρε η Γαλλία. Κατά συνέπεια, οι δυνάμεις για την ανάκτηση της Γαλλίας συσπειρώνονταν στο εξωτερικό.

Συγχρόνως, οι ίδιοι οι μετριοπαθείς φιλελεύθεροι, και ιδίως η ομάδα των πολιτικών που συσπειρωνόταν γύρω από τους εκπροσώπους της εμπορικής περιφέρειας της Gironde, αποτελούσαν μια φιλοπόλεμη δύναμη. Αυτό συνέβαινε εν μέρει διότι κάθε γνήσια επανάσταση τείνει να είναι οικουμενική. Για τους Γάλλους, όπως και για τους πολυάριθμους συμπαθούντες του εξωτερικού, η απελευθέρωση της Γαλλίας ήταν απλώς και μόνο η πρώτη «δόση» του παγκόσμιου θριάμβου της ελευθερίας μια στάση που εύκολα οδήγησε στην πεποίθηση ότι ήταν χρέος της πατρίδας της επανάστασης να απελευθερώσει όλους τους λαούς που στέναζαν κάτω από την καταπίεση και την τυραννία. Υπήρχε ένα γνήσια μεγαλόπνευστο και γενναιόφρον πάθος στους επαναστάτες, μετριοπαθείς και αδιάλλακτους, να διαδώσουν την ελευθερία, μια γνήσια ανικανότητα να διαχωρίσουν την υπόθεση του γαλλικού έθνους από τη μοίρα ολάκερης της σκλαβωμένης ανθρωπότητας. Τόσο το γαλλικό όσο και όλα τα άλλα επαναστατικά κινήματα έμελλε να αποδεχτούν αυτή την άποψη ή να την προσαρμόσουν αναλόγως, τουλάχιστον ως το 1848. Όλα τα σχέδια για την απελευθέρωση της Ευρώπης ως το 1848 βασίζονταν σ’ έναν κοινό ξεσηκωμό των λαών υπό την ηγεσία των Γάλλων, για να ανατρέψουν τις ευρωπαϊκές δυνάμεις της αντίδρασης και μετά το 1830, άλλα κινήματα εθνικοαπελευθερωτικά, όπως το ιταλικό ή το πολωνικό, είχαν επίσης την τάση να θεωρούν το δικό τους έθνος ένα είδος Μεσσία, που η απελευθέρωσή του θα έφερνε την ελευθερία των άλλων λαών.

[1] Σ’ αυτή τη διαφορά μεταξύ της βρετανικής και της γαλλικής επιρροής δεν πρέπει να δοθούν υπερβολικές διαστάσεις. Κανένα από τα κέντρα της διττής επανάστασης δεν περιόρισε την επιρροή του σε έναν ειδικό τομέα ανθρώπινης δραστηριότητας ήταν μάλλον συμπληρωματικά παρά ανταγωνιστικά. Αλλά και όταν επήλθε καθαρή σύγκλιση μεταξύ τους όπως στο σοσιαλισμό, που σχεδόν ταυτόχρονα επινοήθηκε και ονομάστηκε έτσι και στις δύο χώρες η σύγκλιση προήλθε από κάπως διαφορετικές κατευθύνσεις.

[2] Αυτό δεν σημαίνει ότι υποτιμάται η επίδραση της Αμερικανικής Επανάστασης. Αναμφίβολα συνέβαλε στο να υποκινηθούν οι Γάλλοι και, υπό στενότερη έννοια, πρόσφερε συνταγματικά πρότυπα που συναγωνίζονταν και κάποτε εναλλάσσονταν με τα πρότυπα των Γάλλων για διάφορα λατινοαμερικανικά κράτη, ενώ από καιρό σε καιρό αποτελούσε την έμπνευση για δημοκρατικά-ριζοσπαστικά κινήματα.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.