Αγοράζεται η ανεξαρτησία; Διασφαλίζεται η ειρήνη στη Μεσόγειο;

Ανακοίνωση της ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ για την ελληνογαλλική συμφωνία

Η ελληνογαλλική συμφωνία για την αγορά φρεγατών επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά την εξάρτηση, την υποτέλεια και τον ραγιαδισμό της άρχουσας τάξης και  όλου του πολιτικού προσωπικού της που την εκπροσωπεί με ακροδεξιό, κεντροδεξιό, ή κεντροαριστερό πρόσωπο. Έρχεται αμέσως μετά τη συνάντηση Μητσοτάκη-Μπάιντεν καθ’ υπόδειξη του δεύτερου, για να εξευμενιστεί η ριγμένη από τη συμφωνία AUKUS γαλλική πλευρά, χωρίς κανένα απολύτως όφελος για την ελληνική.

Σε όλη την ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων η άρχουσα τάξη, η εκάστοτε κυβέρνηση και όλα τα κόμματα εξουσίας (ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ), επιζητούσαν τη σκέπη «προστάτιδων» δυνάμεων και υπηρετούσαν πρόθυμα τα σχέδιά τους, ελπίζοντας σε μια κάποια «εύνοια» και στήριξη των ελληνικών θέσεων. Ελπίδες που τσακίζονταν στα γρανάζια των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων και ανταγωνισμών, οδηγώντας σε υποχωρήσεις και απώλεια κυριαρχικών δικαιωμάτων: από τη μικρασιατική καταστροφή μέχρι το Κυπριακό, αλλά και τα Ίμια και τις γκρίζες ζώνες, την υφαλοκρηπίδα, τις ΑΟΖ. Η γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας, η θέση και η διαχείρισή της στη διεθνή σκακιέρα, δεν μπορούν να αγνοηθούν για χάρη της σίγουρης και πάντα πρόθυμης Ελλάδας.

Σε όλη την ιστορία η αστική πολιτική είχε ένα και μοναδικό δόγμα και προσανατολισμό: Δεν μπορούμε να είμαστε ανεξάρτητοι γιατί είμαστε μια μικρή χώρα, «ανήκομεν στη δύση» και διεθνώς είμαστε πάντα πρόθυμοι επαίτες. Με αυτή την στρατηγική πορεύτηκε, με αυτή την στρατηγική αντιμετώπισε την πρόσφατη οικονομική κρίση, με αυτή την περήφανη (!) στρατηγική υποβάθμισε την Ελλάδα και το λαό της, φτωχοποιώντας τον και υποθηκεύοντας το μέλλον του για δεκαετίες. Θα μπορούσε, κάτω από διαφορετικούς πολιτικούς όρους, συσχετισμό και προσωπικό, να χτίζεται μια ανεξάρτητη στρατηγική και πολιτική που να θεμελιώνεται στις πραγματικές δυνατότητες της χώρας και του λαού της, και ταυτόχρονα να εκμεταλλεύεται ταχτικά σχέσεις και αντιθέσεις, τόσο με κράτη και λαούς της περιοχής (Ευρώπη, Βαλκάνια, Μ.Ανατολή, Αφρική), όσο και με τις λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις.

Η ίδια η συμφωνία υπογράφτηκε χωρίς «παζάρια», χωρίς όρους, χωρίς την ελάχιστη διαπραγμάτευση του «πελάτη», χωρίς να επιδιωχθεί γαλλική δέσμευση στήριξης ελληνικών ζητημάτων (πχ Κυπριακό, ελάφρυνση χρέους, κατάργηση μνημονιακών όρων). Πέρα από το ότι παρακάμφθηκε από την κυβέρνηση η τυπική διαδικασία για τους εξοπλισμούς, δεν διασφαλίστηκε καν η από κοινού κατασκευή των φρεγατών (με παράλληλη ενεργοποίηση της αμυντικής βιομηχανίας και των ναυπηγείων), ούτε διασαφηνίζεται ποια θα είναι η στάση της Γαλλίας –για παράδειγμα– σε ενδεχόμενες τουρκικές έρευνες και εκμεταλλεύσεις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, ή σε παραπέρα ντε φάκτο «γκριζάρισμα» στο Αιγαίο. Η συμφωνία με κόστος που υπερβαίνει τα 10 δις, στριμώχνει παραπέρα την οικονομία της Ελλάδας και αφαιρεί πόρους που θα μπορούσαν να διατεθούν για υγεία, παιδεία και δημόσιες επενδύσεις προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων.

Η τουρκική επιθετικότητα και ο επεκτατισμός δεν ανακόπτεται με τους εξοπλισμούς, με έωλες «συμμαχίες», με το βάθεμα της εξάρτησης της χώρας. Η ειρήνη στην περιοχή δεν διασφαλίζεται με υποχωρητικότητα και υποκλίσεις στις ιμπεριαλιστικές επιταγές. Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία έχει δείξει πως σε αυτά η Τουρκία απαντά με μεγαλύτερη επιθετικότητα, με ντε φάκτο κατοχύρωση των θέσεών της.

Η τουρκική επιθετικότητα θα μπορούσε να ανακοπεί με μια εξωτερική πολιτική –ακόμα και στα αστικά πλαίσια– προσανατολισμένη στη διαφύλαξη των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των συμφερόντων της χώρας και στην οικοδόμηση ισότιμων σχέσεων με τις γειτονικές –και όχι μόνο– χώρες και λαούς. Με μια οικονομία με ενεργειακή αυτάρκεια, προσανατολισμένη στην παραγωγή αγαθών για την κάλυψη των βασικών λαϊκών αναγκών. Με ενέργεια και τηλεπικοινωνίες στο δημόσιο κι όχι υπό την ασυδοσία του ιδιωτικού κεφαλαίου. Με εγχώρια αμυντική βιομηχανία όπλων (άλλωστε, οι αγορές εξοπλισμού ανέκαθεν αποτελούσαν πεδίο ρεμούλας και σκανδάλων – ας θυμηθούμε τα αλήστου μνήμης υποβρύχια που γέρνουν). Με κρατική και πανεπιστημιακή έρευνα που να βοηθά την εθνική αμυντική βιομηχανία αλλά και τη βιομηχανία εν γένει, με μια οικονομία προσανατολισμένη κυρίως στη πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή… Τότε η ανεξαρτησία θα ήταν έννοια που δεν αγοράζεται, που δεν αναζητά προστάτες, είτε προσωρινούς είτε μόνιμους. Τότε η ανεξαρτησία δεν θα σήμαινε επαιτεία.

Η ειρήνη στην περιοχή είναι υπόθεση ενός αντιμπεριαλιστικού και φιλειρηνικού κινήματος και προγράμματος που θα παλεύει για εθνική ανεξαρτησία, θα υπερασπίζεται τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και θα οικοδομεί την αλληλεγγύη ανάμεσα στους δύο λαούς και όλους τους λαούς της περιοχής. Η ανάπτυξη ενός τέτοιου κινήματος είναι αναγκαιότητα – είναι υπόθεση κάθε αριστερής δύναμης, κάθε προοδευτικού ανθρώπου.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.