Ελληνική εξωτερική πολιτική: από χρεοκοπία σε χρεοκοπία

Από την πτώση του υπαρκτού μέχρι σήμερα, η ελληνική εξωτερική πολιτική στηρίζεται στην προσδοκία ότι η πλήρης προσχώρηση στους ευρωατλαντικούς σχεδιασμούς και η εκχώρηση των εθνικών της θεμάτων στην ΕΕ και τις ΗΠΑ θα λειτουργήσει σε όφελός της. Η προσδοκία αυτή δημιουργεί δόγματα, εκτιμήσεις και σενάρια τα οποία διαψεύδονται ηχηρά, το ένα μετά το άλλο. Από τη Συμφωνία της Μαδρίτης και την πεποίθηση ότι η ΕΕ θα πιέσει την Τουρκία σε επίλυση των διαφορών της με την Ελλάδα, μέχρι την πρόσφατη βεβαιότητα ότι η όξυνση σχέσεων ΗΠΑ – Τουρκίας θα βάλει την Ελλάδα στην πρώτη θέση στο τραπέζι των κερδισμένων, η ελληνική εξωτερική πολιτική, διακομματικά και διαχρονικά, μετρά ηχηρές διαψεύσεις. Κανείς φυσικά από την ιθύνουσα ελίτ δεν έχει την ευθιξία να κάνει τον παραμικρό απολογισμό αυτών των αλλεπάλληλων χρεοκοπιών.

Καθοριστικό στοιχείο που διαπερνά όχι μόνο την εξωτερική πολιτική, αλλά κάθε πτυχή της κοινωνίας και της οικονομίας, είναι η εξάρτηση της χώρας από τον ιμπεριαλισμό. Δεν πρόκειται επομένως για την μία ή την άλλη πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης. Η εξάρτηση από τον ευρωατλαντικό άξονα είναι ο μόνιμος καμβάς στον οποίο εξελίσσονται οι χειρισμοί των εθνικών θεμάτων. Η ελληνική αστική τάξη έμαθε νωρίς και πολύ καλά το μάθημά της, πριν εκατό χρόνια, όταν επιχείρησε να κινηθεί χωρίς την έγκριση των πατρώνων της και προκάλεσε την Μικρασιατική καταστροφή. Έσωσε δε τη μίζερη και δοσίλογη ύπαρξή της κατά τη δεκαετία του ‘40, αποκλειστικά χάρη στην ξένη επέμβαση. Το μάθημα αυτό, έχει αποτυπωθεί στο γενετικό υλικό του ελληνικού αστισμού που επιλέγει έκτοτε συνειδητά την πατρωνία, την ξένη κυριαρχία, την μονοδιάστατη προσκόλληση στο ευρωπαϊκό και υπερατλαντικό πλαίσιο.

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι το πιο οξύ ζήτημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Η ιστορία αυτών των σχέσεων ερμηνεύεται από τρεις παράγοντες: Πρώτον από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία και παρέμβαση, δεύτερον από την τουρκική επιθετικότητα, τρίτον από την ελληνική υποχωρητικότητα. Τα τρία αυτά στοιχεία συνυπάρχουν, με περιόδους έξαρσης ή ύφεσης, και ορίζουν την ιδιαίτερη ποιότητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Από τον Αττίλα του 1974 και μετά, η Τουρκία διαρκώς αναβαθμίζει τις διεκδικήσεις της. Ειδικά μετά το 1989 – 1991 προσχωρεί όλο και πιο ανοικτά στον ιστορικό αναθεωρητισμό, αμφισβητώντας διεθνείς συμβάσεις, ιστορικές συνθήκες, αποδεκτό δίκαιο, θαλάσσια και χερσαία σύνορα. Η αναβάθμιση των απαιτήσεών της αποτελεί έκφραση του αυξανόμενου γεωπολιτικού της ρόλου καθώς και της οικονομικής και δημογραφικής της μεγέθυνσης. Η τουρκική άρχουσα τάξη προσδοκά να αναλάβει τον ευρύτερο περιφερειακό ρόλο που θεωρεί ότι απώλεσε με την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό τουρκικό κατεστημένο θεωρεί ότι οι ανακατατάξεις του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα έχουν αδικήσει την Τουρκία, ενώ ο ανταγωνισμός ΗΠΑ – ΕΣΣΔ δεν της επέτρεψε να αναπτύξει τις αυτοδύναμες δυνατότητές της. Πρέπει λοιπόν να ανακτηθούν ρόλος, επιρροή, ίσως και εδάφη. Η άνοδος Ερντογάν στην εξουσία (2003) αποτύπωσε καθαρά το νέο ρόλο που διεκδικεί η Τουρκία μετά την κατάρρευση του διπολικού κόσμου και εκφράστηκε με το «στρατηγικό βάθος» και τη «γαλάζια πατρίδα».

Απέναντι σε αυτή τη στρατηγική επιλογή της Τουρκίας, τι ισχυρίστηκε και πώς πολιτεύτηκε η ελληνική αστική τάξη τα τελευταία τριάντα τουλάχιστον χρόνια;

Πρώτον, ότι εφόσον και οι δύο χώρες είναι μέλη του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ θα έχουν αντικειμενικά ρόλο επιδιαιτησίας και κατευνασμού. Αν ο γείτονας εξαγριωθεί το μεγάλο αφεντικό θα τον φρονιμέψει. Ειδικά όταν η Ουάσιγκτον βλέπει ότι η Ελλάδα μετατρέπεται διαρκώς σε αμερικανονατοϊκό προτεκτοράτο. Το αποτέλεσμα βέβαια το είδαμε στην Κύπρο, όπου το έγκλημα της κατοχής, εισβολής, εποικισμού μετρά ήδη πέντε δεκαετίες, αλλά και στα Ίμια όπου η υπερατλαντική παρέμβαση απέτρεψε μεν τον πόλεμο, αλλά νομιμοποίησε τις γκρίζες ζώνες (no troops, no ships, no flags).

Δεύτερον, ότι η Τουρκία θέλει με κάθε τρόπο να μπει στην ΕΕ, και στην πορεία αυτή θα «αναγκαστεί» να συμμορφωθεί με το διεθνές δίκαιο και να σταματήσει η ένταση. Και αυτή η προσδοκία χρεοκόπησε, όταν πλέον η Τουρκία δήλωσε ανοικτά ότι δεν την ενδιαφέρει η ευρωπαϊκή της προοπτική αλλά η ανάκτηση του ρόλου της ως περιφερειακής δύναμης και ηγεμονεύουσας χώρας στον μουσουλμανικό κόσμο.

Τρίτον, ότι η απόπειρα της Τουρκίας να παίξει ρόλο περιφερειακής δύναμης σχετικά αυτονομημένης από τις ΗΠΑ, να συνομιλήσει με την Ρωσία, να τσουγκριστεί με τους Νατοϊκούς σχεδιασμούς στη Συρία και στο Κουρδικό, θα επιφέρει την οργή της Ουάσιγκτον, την απομόνωση της Τουρκίας και την ανάδειξη της Ελλάδας στον μόνο αξιόπιστο σύμμαχο των ΗΠΑ στην περιοχή. Η εισβολή της Τουρκίας στη Συρία με πράσινο φως ΗΠΑ – Ρωσίας, η εγκατάλειψη των Κούρδων, η αποστασιοποίηση του γ.γ. του ΝΑΤΟ και των Αμερικανών στην ελληνοτουρκική όξυνση, αλλά και το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης, αποτέλεσαν ηχηρό ράπισμα και αυτού του «εθνικού δόγματος».

Αν και οι τρεις αυτοί ισχυρισμοί, αποτέλεσαν το θεμελιώδη λίθο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τις τελευταίες δεκαετίες, η παταγώδης διάψευσή τους δεν προκάλεσε την παραμικρή αυτοκριτική. Στην ουσία αυτά τα «στρατηγικά δόγματα» κουκούλωναν τον ελληνικό υποχωρητισμό. Η ενδοτικότητα κρυβόταν κάθε φορά πίσω από την επίκληση της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, διεθνοποιώντας τάχα το πρόβλημα και μηρυκάζοντας τα ίδια φραστικά κλισέ για το διεθνές δίκαιο και τη νομιμότητα.

Οι αλλεπάλληλες στρατηγικές για την εξωτερική πολιτική και την άμυνα καταλήγουν σε εντυπωσιακές χρεοκοπίες:

Το 1994 εξαγγέλλεται το πυροτέχνημα του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδας – Κύπρου από την κυβέρνηση Α. Παπανδρέου. Είχε μηδενική πραγματική αξία και χρησίμευσε αποκλειστικά στην εκτόξευση των εξοπλισμών που ακολούθησε με τα γνωστά αποτελέσματα. Το δόγμα αποσύρθηκε σιωπηλώς μέσα στη χλεύη για τους S-300 και την απαξία για το πάρτι της μίζας.

Το 1997, ένα χρόνο μετά τα Ίμια, Σημίτης και Ντεμιρέλ υπογράφουν τη συμφωνία της Μαδρίτης. Ανάμεσα σε διατυπώσεις για σεβασμό του διεθνούς δικαίου, η συμφωνία αναφέρει την ύπαρξη «ζωτικών συμφερόντων και ενδιαφερόντων της κάθε χώρας στο Αιγαίο». Η φράση αυτή γίνεται έκτοτε σημαία της τουρκικής διπλωματίας, υποστηρίζοντας από γκρίζες ζώνες μέχρι αναθεώρηση συνθηκών.

Το 1999, η σύνοδος κορυφής του Ελσίνκι κάνει αποδεκτή την υποψηφιότητα της Τουρκίας και της Κύπρου στην ΕΕ. Στο κείμενο συμπερασμάτων γίνεται λόγος για «εκκρεμείς συνοριακές διαφορές και άλλα συναφή θέματα» ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Είναι η πρώτη φορά που η ελληνική εξωτερική πολιτική αποδέχεται ότι υπάρχουν εκκρεμείς διαφορές με την Τουρκία πέραν της υφαλοκρηπίδας.

Η προώθηση της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ γίνεται με την τραγική πεποίθηση του ελληνικού αστισμού ότι οι ευρωπαίοι εταίροι θα συνετίσουν τη γείτονα και θα την αναγκάσουν να αποδεχτεί το διεθνές δίκαιο και όχι το δίκαιο του ισχυρού. Η προτεραιότητα της Τουρκίας όμως είναι διαφορετική και στέλνει (και αυτό) το αφήγημα στον κάλαθο των αχρήστων.

Η προώθηση της ένταξης της Κύπρου γίνεται με την εξίσου τραγική πεποίθηση ότι δεν θα δεχτεί η ΕΕ να υπάρχει χώρα – μέλος με κατεχόμενο τμήμα της. Λίγα χρόνια αργότερα η «λύση» που ετοίμαζε ο ευρωατλαντικός ιμπεριαλισμός, το σχέδιο Ανάν, απορρίπτεται. Πλέον η ΕΕ έχει ως μέλος της μια διχοτομημένη Κύπρο, επιρρίπτοντας εμμέσως την ευθύνη στην ελληνοκυπριακή πλευρά, αποδεχόμενη και νομιμοποιώντας ντε φάκτο την κατοχή.

Τη βλακώδη πεποίθηση ότι η Τουρκία επιθυμώντας το ευρωπαϊκό χρίσμα θα συναινέσει σε υποχωρήσεις, διαδέχθηκε η βλακωδέστερη πεποίθηση ότι η απομάκρυνση της Τουρκίας από το ευρωατλαντικό πλαίσιο θα μετατρέψει την Ελλάδα σε απόλυτη ευνοούμενη της Δύσης.

Προτού αποδειχθεί ότι και η νέα στρατηγική είναι εξίσου άστοχη, η Ελλάδα προσχώρησε ολοσχερώς, με εκπληκτικό χατζηαβατισμό, στον αμερικανικό άξονα, συγκροτώντας τριμερείς με Κύπρο, Ισραήλ και Αίγυπτο. Η πολιτική αυτή απογειώθηκε επί Τσίπρα, καθιστώντας τον ΣΥΡΙΖΑ αγαπημένο των Αμερικανών, θεωρητικοποιήθηκε από τον Κοτζιά, γέννησε τη συμφωνία των Πρεσπών και το πυροτέχνημα του East Med. Κατάφερε παράλληλα να φέρει τις σχέσεις με τη Ρωσία στο χειρότερο δυνατό σημείο απελαύνοντας διπλωμάτες της, κάλεσε τις ΗΠΑ να φτιάξουν βάση σε κάθε νομό της χώρας, επέκτεινε τη βάση της Σούδας μέχρις του σημείου να φέρει πυρηνικά όπλα.

Την εποχή που η Τουρκία αποδείκνυε ότι δεν είναι δεδομένη, η Ελλάδα εκμηδένιζε την πραγματική διαπραγματευτική της αξία δηλώνοντας εσαεί διαθέσιμη στον οποιονδήποτε υπερατλαντικό σχεδιασμό. Η πολιτική αυτή συνέπεσε με την οικονομική κρίση και τα μνημόνια και χρησιμοποιήθηκε καταλλήλως στο εσωτερικό: Μπορεί η κοινωνία να ισοπεδώνεται και η χώρα να ταπεινώνεται, αλλά αν είμαστε τα καλά παιδιά των Αμερικανών, θα ανταμειφθούμε.

Το άδειασμα των Κούρδων από την αμερικανική υπερδύναμη ήταν προειδοποίηση και για την Ελλάδα. Και πράγματι, στην όξυνση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μέσα στο 2019, η Ουάσιγκτον αντί να στηρίξει τον φανατικότερο υπηρέτη της και να τιμωρήσει τον άτακτο γείτονα, έπραξε ακριβώς το αντίθετο. Η κατάληξη ήταν αναμενόμενη για όλους, εκτός από τον ελληνικό αστισμό που για μια ακόμα φορά είδε τα σχήματα στα οποία πόνταρε να χρεοκοπούν.

Η νέα φαεινή πεποίθηση της ελληνικής αστικής πολιτικής είναι ότι η μπλόφα του East Med θα πιέσει την Τουρκία να κάτσει στο τραπέζι της λογικής διαπραγμάτευσης. Η χρεοκοπία και αυτής της πολιτικής είναι προφανής και θα αποδειχθεί τα επόμενα χρόνια.

Οι διαδοχικές διαψεύσεις, ήττες, αποτυχίες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής συνοδεύονταν από τρία ακόμα στοιχεία:

Πρώτον, τις κατά καιρούς άκοπες και ανέξοδες εθνικιστικές κορώνες (συνήθως της εκάστοτε αντιπολίτευσης) που όμως αφορούσαν αποκλειστικά την εγχώρια κατανάλωση και δεν μετατρέπονταν σε επίσημη κρατική εξωτερική πολιτική. Ο εθνικισμός ήταν η βολική εσωτερική εναλλακτική του ραγιαδισμού, του χυδαίου πραγματισμού, της υποχωρητικότητας. Αύξανε ωστόσο το κόστος για μια πραγματιστική διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών -πράγμα που πολύ θα ήθελαν αλλά δεν τολμούσαν- οι περισσότερες ελληνικές κυβερνήσεις.

Δεύτερον, τη μεταφυσική πεποίθηση ότι η χρονοτριβή, η διατήρηση του θολού στάτους κβο, η υποδοχή κάθε νέας τουρκικής απαίτησης με φράσεις κλισέ της αστικής πολιτικής, συνιστά εξωτερική πολιτική. Οι ανακοινώσεις των ΥΠΕΞ όλα αυτά τα χρόνια, σε κάθε συγκυρία, σε κάθε νέα στροφή των σχέσεων, θα μπορούσαν να έβγαιναν από έναν phrase generator (συνδυάζοντας σε κάθε πιθανό συνδυασμό τις λέξεις ψυχραιμία, σύνεση, αποφασιστικότητα, διεθνές δίκαιο).

Τρίτον, την ατολμία των πιο πραγματιστών να φέρουν όλες τις ελληνοτουρκικές διαφορές στη Χάγη, καθώς γνωρίζουν ότι η σκόπιμη αμφισημία που υπάρχει στο γράμμα του διεθνούς δικαίου, δουλεύει υπέρ του δικαίου του ισχυρού. Είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι οποιαδήποτε απόφαση της Χάγης θα μοιράζει κόστη και οφέλη και για τις δύο πλευρές, επιβάλλοντας συγκυριαρχία υπό ιμπεριαλιστική εποπτεία, ενώ ουδείς διασφαλίζει ότι η γειτονική χώρα δεν θα επανέλθει με νέες διεκδικήσεις. Σήμερα, όλο και πληθαίνουν οι φωνές και οι προβληματισμοί για προσφυγή στη Χάγη υπό προϋποθέσεις, καθώς οι συσσωρευμένες αποτυχίες, κάνουν την ελληνική εξωτερική πολιτική συνώνυμη του ανέκδοτου.

Για το διεθνές δίκαιο, τις συμβάσεις και την πιθανή προσφυγή στη Χάγη θα επανέλθουμε σε νέο σημείωμα.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.