Δώστε μου Ελευθερία – Όχι, δώστε μου καλύτερα Θάνατο.

Ο κόσμος είναι τώρα περίεργος και βρίσκεται σε αρκετή σύγχυση αυτή τη στιγμή. Αλλά αν είστε αρκετά μεγάλοι για να θυμάστε την εποχή Μπους, μπορεί οι μέρες αυτές να σας λένε κάτι.

Αν δεν έχετε προσχωρήσει στο στρατόπεδο των κατ’ επάγγελμα Δημοκρατικών που επιδιώκουν την επιστροφή του πρώην Προέδρου Τζορτζ Μπους, ίσως να αποκτήσετε μια μορφή ψυχικής διαταραχής παρακολουθώντας τους συντηρητικούς να απαιτούν μαζικά και επιτακτικά να αποκτήσουν οι Αμερικανοί την ελευθερία να αρρωστήσουν, τόσο οι ίδιοι, όσο και όλοι οι υπόλοιποι γύρω τους. Η ιστοσελίδα The Federalist το ανέλυσε καλύτερα στα τέλη του περασμένου μήνα:

Φαίνεται σκληρό να αναρωτηθούμε αν μπορεί να είναι καλύτερο για το έθνος να αφήσουμε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους να πεθάνουν. Πιθανώς για αυτόν τον λόγο, λίγοι ήταν πρόθυμοι να το δηλώσουν αυτό δημόσια μέχρι τώρα. Ωστόσο, η ειλικρινής αντιμετώπιση της πραγματικότητας δεν είναι παράλογη και η άρνηση να εξετάσει κανείς εάν η παρούσα απάντηση αποτελεί ακόμη μεγαλύτερο κακό από αυτό που θεωρητικά σκοπεύει να αντιμετωπίσει, θα ήταν δειλή.

Δυστυχώς, αυτή η τερατώδης λογική υιοθετήθηκε από μια ευρεία γκάμα της Δεξιάς, από οικονομολόγους και παρουσιαστές ειδήσεων μέχρι και  τον ίδιον τον Τραμπ. Πρόκειται για το εντελώς αντίστροφο για τους ανθρώπους που πέρασαν ολόκληρο τον 21ο αιώνα επιμένοντας ότι δεν πρέπει να λογαριάσουμε καμιά δαπάνη, ούτε να διστάσουμε την κατάργηση των πολιτικών ελευθεριών, αν είναι να σωθεί έστω και μια ζωή Αμερικανού από βομβιστή αυτοκτονίας.

Μπορεί να είναι δύσκολο να το θυμηθούμε μετά τα τελευταία τέσσερα χρόνια τρέλας, αλλά κατά τη διάρκεια των δεκαπέντε ετών που οδήγησαν στην εκλογή του Τραμπ, οι Αμερικανοί συντηρητικοί ηγήθηκαν μιας επιτυχημένης εκστρατείας για τον αναπροσανατολισμό της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ γύρω από τη διεξαγωγή ενός «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2011 που άφησαν 2.753 νεκρούς – έναν τρομακτικό αριθμό που τώρα όμως αντιπροσωπεύει μόλις το 3,5% του αριθμού των θανάτων της πανδημίας του κορωνοϊού (μέχρι στιγμής), και δεν είναι πολύ περισσότερος από τον αριθμό των Αμερικανών που πεθαίνουν καθημερινά από τον ιό – η αμερικανική Δεξιά προχώρησε  στο να σπαταλήσει παράλογα χρηματικά ποσά αλλά και ανθρώπινες ζωές σε αντιπαραγωγικούς πολέμους και άλλες πρωτοβουλίες που αποσκοπούσαν στην αποτροπή οποιουδήποτε παρόμοιου γεγονότος  από το να ξανασυμβεί,  ντροπιάζοντας και συκοφαντώντας όποιον διαφωνούσε, χαρακτηρίζοντας τον ως δειλό ή ακόμη και προδότη.

Καθώς τα χρόνια περνούσαν, και περισσότεροι Αμερικανοί πέθαιναν από ατυχήματα στην μπανιέρα τους, παρά από τρομοκρατικές πράξεις, η Δεξιά παρέμεινε αδιάφορη. Μέχρι τώρα, είχε ήδη δημιουργήσει μια εκτεταμένη κρατική υποδομή για παγκόσμια κατασκοπεία που περισσότερο παραβίαζε συστηματικά την ιδιωτική ζωή των νομιμοφρόνων Αμερικανών, από ό, τι στην πραγματικότητα συλλάμβανε επικίνδυνους τρομοκράτες. Παρόλα αυτά, υποστήριζαν, πως εάν το σταμάτημα της κατασκοπείας θα κοστίσει έστω και μία ζωή, το τίμημα δεν αξίζει τον κόπο.

«Όχι πολύ χειρότερα από τη γρίπη»

Γι’ αυτό είναι εκπληκτικό, αλλά εν τέλει δεν μας εκπλήσσει και τόσο, το γεγονός ότι οι συντηρητικοί παίρνουν την αντίθετη πολική θέση τώρα που η απειλή είναι μια πανδημία που σκότωσε 24 φορές περισσότερους Αμερικανούς σε δύο μήνες από ό, τι σκότωσαν οι τρομοκράτες μέσα σε δυο δεκαετίες.

Η Wall Street Journal ήταν ένας από τους πρώτους  που μπήκαν σε αυτήν την λογική, προειδοποιώντας ότι «ενώ αυτό δεν πρέπει να γίνει μια συζήτηση ανάμεσα στο πόσες ζωές θα θυσιαστούν και πόσες χαμένες θέσεις εργασίας μπορούμε να ανεχτούμε», η ουσία είναι ότι «καμία κοινωνία δεν μπορεί διαφυλάσσει τη δημόσια υγεία της για μεγάλο χρονικό διάστημα με κόστος την συνολική οικονομική της υγεία». Με άλλα λόγια, η εφημερίδα έμπαινε ακριβώς στη λογική που έλεγε ότι δεν πρέπει να μπούμε.

Πριν από περισσότερο από μια δεκαετία ωστόσο, η εφημερίδα ήταν μια αξιόπιστη υποστηρικτική φωνή όταν επρόκειτο για την καταπάτηση των πολιτικών ελευθεριών στο όνομα της τρομοκρατίας. Όταν οι φιλελεύθεροι επέκριναν τον ισχυρισμό της κυβέρνησης Μπους για το δικαίωμα να κρατούν επ’ αόριστον έναν πολίτη των ΗΠΑ χωρίς δίκη – συγκεκριμένα τον κατηγορούμενο τρομοκράτη Jose Padilla – η εφημερίδα παραπονέθηκε ότι «απουσιάζει από τη δημόσια συζήτηση για τα δικαιώματα ενός και μόνο ανθρώπου η συζήτηση για τα δικαιώματα όλων των υπολοίπων – δηλαδή, το δικαίωμα προστασίας από την επίθεση του εχθρού». Άλλες φορές, η εφημερίδα χλεύαζε τους φιλελεύθερους κριτικούς του Μπους ως υστερικούς παρανοϊκούς που «πιστεύουν ότι η Στάζι «έχει αναγεννηθεί στη Δυτική Πτέρυγα του Λευκού Οίκου» ή «η KGB ξεσαλώνει στο κέντρο της πόλης» και αμφισβητούσε την προσαγωγή των τρομοκρατών σε στρατιωτικά δικαστήρια λόγω «θεμάτων ασφαλείας».

«Από την 11η Σεπτεμβρίου και μετά, σχεδόν κάθε πρόταση για  μια πιο αποτελεσματική χρήση των μυστικών υπηρεσιών καταγγέλθηκε από την Αριστερά και τη φιλελεύθερη Δεξιά ως επίθεση στην «προστασία της ιδιωτικής ζωής», διαμαρτύρονταν η συντηρητική αρθρογράφος Heather MacDonald στις σελίδες της εφημερίδας, σε ένα άρθρο με τίτλο «Η τζιχάντ της ιδιωτικής ζωής». «Σπρώχνουν τις υπηρεσίες πληροφοριών πίσω, σε μια νοοτροπία πριν από τις 9/11, όταν η απλή πιθανότητα μιας παραβίασης της ιδιωτικής ζωής ή των πολιτικών ελευθεριών ξεπερνούσε κατά πολύ τις ανησυχίες για την ασφάλεια».

Προς απολύτως καμιά έκπληξη, η MacDonald καταγγέλλει αυτές τις μέρες την «μαζική υπερβολική αντίδραση» και την «παράνοια» για την πανδημία που είναι «εντελώς παράλογη», κατηγορώντας ψευδώς ότι ο κορωνοϊός δεν είναι «πολύ χειρότερος από τη γρίπη».

Και δεν είναι η μόνη. Ο αναλυτής του ABC, Matthew Dowd, ζήτησε την εξεύρεση «ισορροπίας μεταξύ της προστασίας της υγείας των πολιτών και της προστασίας της οικονομίας μας». Όταν ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του Ρεπουμπλικανικό, ο Dowd ήταν στρατηγικός αναλυτής  για τον Μπους, προβάλλοντας διαφημίσεις που κατηγορούσαν τον Δημοκρατικό του αντίπαλο ότι «έπαιζε παιχνίδια πολιτικής με την εθνική ασφάλεια», επειδή επέκρινε τον νόμο Patriot Act[1]. Ήταν «μια άλλη ευκαιρία για εμάς να πούμε ότι ο γερουσιαστής Kerry ξεφεύγει απόλυτα στις απόψεις του σχετικά με τον Patriot Act», είχε πει ο Dowd εκείνη την εποχή.

Αυτό δεν περιορίζεται μόνο στους προπαγανδιστές των Ρεπουμπλικάνων. Ο ίδιος ο γερουσιαστής του Ουισκόνσιν Ρον Τζόνσον είπε ότι «πρέπει να αξιολογήσουμε το συνολικό κοινωνικό κόστος αυτής της απαίσιας ασθένειας και να προσπαθήσουμε να βάλουμε τα πράγματα σε μια προοπτική», επειδή «κάθε πρόωρος θάνατος είναι τραγωδία, αλλά ο θάνατος είναι αναπόφευκτο κομμάτι της ζωής». Ο Τζόνσον δεν ήταν και τόσο διατεθειμένος να στηρίξει φιλοσοφικά την αξία της ζωής πριν από τέσσερα χρόνια, όταν επέκρινε τον δημοκρατικό αντίπαλο του, τον πρώην γερουσιαστή του Ουισκόνσιν, Ρους Φέινγκολντ, επειδή ήταν η μόνη αρνητική ψήφος για την αρχική έκδοση του Patriot Act «Ο κόσμος είναι πολύ επικίνδυνο μέρος για μια τέτοια συμπεριφορά», δήλωνε σε μια από τις διαφημίσεις του.

Για χρόνια, ο αντιπρόσωπος Pat Toomey (Ρεπουμπλικάνος, Πενσυλβάνια) ήταν ένας σταθερός υποστηρικτής μιας ποικιλίας μέτρων τεμαχισμού των πολιτικών ελευθεριών – αντιτρομοκρατικών μέτρων, συμπεριλαμβανομένου του νόμου Patriot Act, των στρατιωτικών δικαστηρίων και του νόμου εθνικής άμυνας του 2011[2], που έδωσε στον πρόεδρο την εξουσία να φυλακίσει τους ανθρώπους για όσο διάστημα ήθελε και να επιβάλει τον στρατιωτικό νόμο στο έδαφος των ΗΠΑ. «Δεν μπορώ να κάθομαι και να μην δίνω στο FBI, στη CIA, στην NSA και στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τα εργαλεία που χρειάζονται», είπε πριν ψηφίσει τον αρχικό Patriot Act. Τώρα είναι ένας από τους νομοθέτες που πιέζει τον Τραμπ να βιαστεί και να στείλει τους ανθρώπους πίσω στη δουλειά εν μέσω της πανδημίας.

Πριν από τέσσερα χρόνια ο πρώην κυβερνήτης του Νιου Τζέρσεϋ και ο άνθρωπος που στήριξε τον Τραμπ, Κρις Κρίστι, παρουσίαζε (με λάθος στοιχεία) τον εαυτό του σαν έναν σκληρό διώκτη της τρομοκρατίας. «Δεν μπορείτε να απολαύσετε τις πολιτικές σας ελευθερίες εάν βρίσκεστε σε φέρετρο», έλεγε, ενώ κατηγόρησε έναν αντίπαλο φιλελεύθερο πολιτικό ότι έκανε τις ΗΠΑ «πιο αδύναμες και πιο ευάλωτες» σε μια τρομοκρατική επίθεση επειδή αντιτασσόταν στις κυβερνητικές δυνάμεις επιτήρησης. «Για μένα, είναι μια καθημερινότητα να βλέπω στα μάτια τους ανθρώπους που έχασαν τους συζύγους και τις συζύγους τους, τους πατέρες και τις μητέρες τους, τις αδελφές και τους αδελφούς τους, τους γιους και τις κόρες τους», είπε στο Συμβούλιο Εξωτερικών Πολιτικής. Ποια είναι λοιπόν η στάση του Κρίστι τώρα;

«Φυσικά, όλοι θέλουν να σώσουν κάθε ζωή που μπορούν, αλλά το ερώτημα είναι: μέχρι ποιο σημείο μπορούμε να φτάσουμε, τελικά;»         Ο Κρίστι μίλησε πρόσφατα για την ανάγκη να ξανανοίξει η αγορά, επιμένοντας ότι οι Αμερικανοί απλά «θα πρέπει» να δεχτούν τρεις χιλιάδες θανάτους την ημέρα. Σαφώς, το γεγονός  ότι κοιτάζει στα μάτια λιγότερους ανθρώπους τώρα, που δεν βρίσκεται σε δημόσιο αξίωμα, έχει επηρεάσει τον Κρίστι.

Το ίδιο ισχύει και για τον Αντιπρόεδρο Μάικ Πενς, ο οποίος ψήφισε ξανά και ξανά για να διατηρήσει εν ισχύ τις αμφιλεγόμενες διατάξεις του Patriot Act και υποστήριξε το μυστικό (και πολύ παράνομο) πρόγραμμα του Μπους για τη συλλογή εκατομμυρίων τηλεφωνικών αρχείων Αμερικανών πολιτών. Η «επιθυμία των τρομοκρατών να επιβάλουν τέτοια βία στην πατρίδα μας αλλά και στους συμμάχους μας είναι πραγματική», δήλωσε ο Πενς, ο οποίος αργότερα αντιτάχθηκε στο να επιτρέψει στους Σύριους πρόσφυγες να εγκατασταθούν στην Ιντιάνα με πρόσχημα την «ασφάλεια και προστασία». Ο Πενς φυσικά, υποστηρίζει πιστά τώρα την πρόθεση του Τραμπ να ανοίξει ξανά τη χώρα κατά τη διάρκεια της πανδημίας, έτσι ώστε «η θεραπεία να μην είναι χειρότερη από την ασθένεια».

Είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικό να βλέπεις το κανάλι Fox να γίνεται η μήτρα των αρνητών του κορωνοϊού, δεδομένου ότι το δίκτυο ήταν κάποτε το πρώτο που υποβάθμιζε τα ακραία μέτρα που έπαιρνε ο Μπους στο όνομα της καταπολέμησης της «τρομοκρατίας» και της προστασίας της «πατρίδας». Όταν η φιλελεύθερη ρεπόρτερ του Fox, Άλαν Κολμς, παραπονέθηκε το 2007 ότι τα μέτρα του Μπους επηρέαζαν τις πολιτικές ελευθερίες των Αμερικανών, η Λόρα Ίγκραχαμ απάντησε ότι «πρέπει να προστατεύσουμε πρώτα αυτή τη χώρα», και ότι «αν, θεός φυλάξει, έχουμε ακόμα μια τρομοκρατική επίθεση σε αυτήν την χώρα, τα επιχειρήματά σας θα απογυμνωθούν ως εντελώς ακαδημαϊκά». Φυσικά, η Λόρα Ίγκραχαμ είναι σήμερα μια από τις κορυφαίες φωνές που απαιτούν πρόωρο «άνοιγμα» της οικονομίας των ΗΠΑ, γιατί «δεν μπορούμε να πλέον αρνηθούμε στο λαό μας τις βασικές του ελευθερίες».

Αλλά κανένας δεν φτάνει τον ρεπόρτερ του  Fox, Μπιλ Ο’Ράιλι, ο οποίος έχει μείνει στην αφάνεια από τότε που εκδιώχθηκε από το δίκτυο λόγω  σεξουαλικής παρενόχλησης που έκανε στο χώρο εργασίας του. Στις αρχές του περασμένου μήνα, ο Ο’Ράιλι προέβλεπε με αυτοπεποίθηση τον αριθμό των θανάτων στις ΗΠΑ, που (μέχρι σήμερα) θα ήταν κάπου στις δέκα χιλιάδες, (νούμερο που δεν προσεγγίζει καν τον πραγματικό αριθμό που είναι έξι φορές πάνω), και ότι «οι πολλοί άνθρωποι που πεθαίνουν, τόσο εδώ όσο και σε όλο τον κόσμο, ήταν στα τελευταία τους ούτως ή άλλως».

Αυτό που κάνει εντύπωση είναι ότι για το μεγαλύτερο μέρος των είκοσι προηγούμενων ετών, ο Ο’Ράιλι χρησιμοποιούσε το προβεβλημένο βήμα που είχε στο Fox για να φωνάζει ατελείωτα για την απειλή της τρομοκρατίας και το πόσο επικίνδυνη και ανεύθυνη –  και πιθανώς ανατρεπτική– είναι η οποιαδήποτε κριτική στην κυβέρνηση Μπους και στις αντιτρομοκρατικές της προσπάθειες. Κάποτε είπε ότι «πιστεύει ακράδαντα ότι το ACLU (Αμερικανική Ένωση για τις Πολιτικές Ελευθερίες) θέλει να υπονομεύσει τη στρατιωτική προσπάθεια στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας» και ότι ήταν «η πιο επικίνδυνη οργάνωση της χώρας». Τόνισε ότι «καμία χώρα δεν μπορεί να κερδίσει μια σύγκρουση με τον τρόπο που οι ΗΠΑ πολεμούν τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας, όταν υπάρχει τόση διαφωνία για τις πολιτικές του Μπους.

Αυτή ήταν η αντίδραση του Ο’Ράιλι στο άκουσμα της είδησης για τους αντιπολεμικούς διαδηλωτές που κατέφθασαν στη Νέα Υόρκη για το Εθνικό Συνέδριο των Ρεπουμπλικανικών το 2004:

Αντί να απλώς να καταστέλλονται με τη βία οι βίαιοι διαδηλωτές που προκαλούν ζημιές, πρέπει να τους καταδικαστούν σε φυλάκιση σε ομοσπονδιακή φυλακή. Οι περισσότεροι Αμερικανοί αναγνωρίζουν το δικαίωμα στη διαμαρτυρία. Εννοείται την αναγνωρίζω κι εγώ. Αλλά μαχόμαστε σε έναν πόλεμο εδώ. Και κάθε πράξη που θέτει τη χώρα σε κίνδυνο αποτελεί σαμποτάζ. Και εδώ μιλάμε ξανά για μια τρομοκρατική πράξη.

Οι παρακάτω ήταν οι δηλώσεις του το 2008, για την αντίθεση του τότε εκλεγμένου Προέδρου Ομπάμα στα βασανιστήρια:

Η ακροαριστερά, οι τύποι του ACLU, δεν θέλουν καθόλου ανάκριση υπόπτων τρομοκρατίας. Τίποτα εκτός από τα δικαιώματα  Miranda[3] και τους συνηγόρους υπεράσπισης. Οι περισσότεροι Αμερικανοί καταλαβαίνουν μια τέτοια πολιτική θα ήταν πολύ επικίνδυνη.

Εδώ ήταν δύο χρόνια πριν από το παραπάνω, αναφερόμενος στη φιλελεύθερη αντίδραση στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας από τη διακυβέρνηση Μπους:

Στο τέλος καταλήγουμε σε αυτό: Πιστεύω ότι θα υπάρξει περισσότερο αίμα στους αμερικάνικους δρόμους εάν η κυβέρνηση χαλαρώσει το κυνήγι των τρομοκρατών.

Με τα πιο πρόσφατα σχόλιά τους έγινε πλέον σαφές ότι για κάποιον λόγο ο Ο’Ράιλι και οι δεξιοί συμπατριώτες του προφανώς σταμάτησαν να ανησυχούν, αντίθετα καλοδέχονται το σενάριο για «περισσότερο αίμα στους αμερικάνικους δρόμους».

Δικομματική υποκρισία

Δεν αποτελεί  νέα ανακάλυψη ότι οι Δεξιοί είναι αισχροί υποκριτές. Θα πουν ό,τι χρειάζεται για να επιτύχουν τους πολιτικούς τους στόχους.

Κατά την εποχή του Μπους, οργάνωναν τη σπατάλη χρημάτων σε στρατιωτικούς εργολάβους, την οικοδόμηση ενός κράτους ασφαλείας για να αποτρέψει οποιοδήποτε μελλοντικό προοδευτικό πολιτικό κίνημα. Συκοφάντησαν Δημοκρατικούς και φιλελεύθερους ως αδύναμους και επικίνδυνους, γιατί η ασφάλεια και η διασφάλιση της ανθρώπινης ζωής ΕΙΝΑΙ το θέμα. Τώρα, ο στόχος άλλαξε για να διατηρήσουν γεμάτα τα πορτοφόλια των πλούσιων βιομηχάνων κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Αποτρέπουν την κριτική σε μια επί δεκαετίες νεοφιλελεύθερη οικονομική ανοησία, επιτιθέμενοι ξανά σε Δημοκρατικούς και φιλελεύθερους, αυτή τη φορά χαρακτηρίζοντάς τους τυραννικούς και επικίνδυνους, ζητώντας εν τέλει ελευθερία ανεξαρτήτως τιμήματος.

Το πρόβλημα είναι ότι το στενό πολιτικό φάσμα της Αμερικής κυριαρχείται από δύο πλευρές που στην ουσία δεν πιστεύουν τίποτα από αυτά  που λένε και καταβάλλουν ελάχιστη προσπάθεια να πείσουν για το αντίθετο. Η μία πλευρά πέρασε οκτώ χρόνια ως κόμμα της συγκεντρωτικής κυβερνητικής εξουσίας για χάρη της ασφάλειας, πριν περάσει άλλα οκτώ χρόνια ενοχλούμενη από την κυβερνητική τυραννία, ενώ τώρα υποστηρίζει μέτρα για τη σιωπηρή δολοφονία δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων.

Η άλλη πλευρά πέρασε οκτώ χρόνια προειδοποιώντας για τον επικείμενο, αντιδημοκρατικό κίνδυνο ενός συγκεντρωτικού κράτους εθνικής ασφάλειας, προτού υιοθετήσει και διευρύνει περισσότερο το ίδιο κράτος εθνικής ασφάλειας για άλλα οκτώ χρόνια.

Είναι δύσκολο να προβλέψουμε πού ακριβώς καταλήγει ένα πολιτικό σύστημα όταν κυριαρχείται από κυνικούς παράγοντες σαν αυτούς.

Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι όταν υπάρχει ένα αυξανόμενο στρατόπεδο ανθρώπων απογοητευμένων και δύσπιστων προς την υπάρχουσα πολιτική τάξη, αυτό, σπάνια είναι καλός οιωνός για αυτήν.

Πηγή: Jacobin

Μετάφραση: antapocrisis

[1]  Πέρασε μόλις  45 ημέρες μετά την 11η Σεπτεμβρίου στο όνομα της εθνικής ασφάλειας, ο νόμος Patriot Act και ήταν η πρώτη από τις πολλές αλλαγές στους νόμους επιτήρησης που διευκόλυναν την κυβέρνηση να κατασκοπεύει τους Αμερικανούς πολίτες επεκτείνοντας την εξουσία της για να παρακολουθεί τις επικοινωνίες μέσω τηλεφώνου και email καθώς και να συλλέγει αρχεία τραπεζικών και πιστωτικών λογαριασμών.

[2] Το νομοσχέδιο πέρασε από το Σώμα των ΗΠΑ στις 14 Δεκεμβρίου 2011, τη Γερουσία των ΗΠΑ στις 15 Δεκεμβρίου 2011 και υπογράφηκε στον νομοθετικό σώμα των Ηνωμένων Πολιτειών στις 31 Δεκεμβρίου 2011 από τον Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα. Ο νόμος επιτρέπει χρηματοδότηση 662 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μεταξύ άλλων “για την υπεράσπιση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμφερόντων τους στο εξωτερικό”.

[3] Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η προειδοποίηση Miranda είναι ένας τύπος ειδοποίησης που δίνεται συνήθως από την αστυνομία σε εγκληματίες υπόπτους που βρίσκονται υπό κράτηση (ή σε ανακρίσεις) που τους συμβουλεύουν για το δικαίωμά τους να σιωπήσουν. Δηλαδή, το δικαίωμά τους να αρνηθούν να απαντήσουν σε ερωτήσεις ή να παρέχουν πληροφορίες στην επιβολή του νόμου.

3 replies

Trackbacks & Pingbacks

  1. […] τρομοκρατίας. Τίποτα εκτός από τα δικαιώματα  Miranda[3] και τους συνηγόρους υπεράσπισης. Οι περισσότεροι […]

  2. […] [2] Το νομοσχέδιο πέρασε από το Σώμα των ΗΠΑ στις 14 Δεκεμβρίου 2011, τη Γερουσία των ΗΠΑ στις 15 Δεκεμβρίου 2011 και υπογράφηκε στον νομοθετικό σώμα των Ηνωμένων Πολιτειών στις 31 Δεκεμβρίου 2011 από τον Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα. Ο νόμος επιτρέπει χρηματοδότηση 662 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μεταξύ άλλων “για την υπεράσπιση των Ηνωμένων Πολιτειών και των συμφερόντων τους στο εξωτερικό”. […]

  3. […] την εθνική ασφάλεια», επειδή επέκρινε τον νόμο Patriot Act[1]. Ήταν «μια άλλη ευκαιρία για εμάς να πούμε ότι ο […]

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.