english

Οι 3.000 που έμειναν

Οι 3.000 που έμειναν

Του Don Fitz.

Οι ιστορίες για τα ιατρικά επιτεύγματα της Κούβας συχνά αναφέρουν ότι οι μισοί από τους 6.000 γιατρούς της χώρας έφυγαν το 1963. Όμως, ενώ οι ελεύθεροι επαγγελματίες γιατροί εγκατέλειπαν μαζικά την πατρίδα τους για τις ανέσεις του Μαϊάμι, 3.000 άλλοι γιατροί επέλεξαν να μείνουν. Γιατί έμειναν; Και το σημαντικότερο, καθώς ο αριθμός των ασθενών ανά γιατρό είχε πλέον διπλασιαστεί , πώς αντιμετώπισαν το βαρύ καθήκον μετασχηματισμού της ιατρικής φροντίδας; Διότι εκτός από τη θεραπεία των ασθενών, οι στόχοι τους περιλάμβαναν την επέκταση της περίθαλψης στην ύπαιθρο, την επέκταση της ιατρικής εκπαίδευσης προκειμένου να αντικατασταθούν οι γιατροί που είχαν φύγει, την καθιέρωση της πρόληψης, την κοινοτική οργάνωση της περίθαλψης, την επικέντρωση στις τροπικές ασθένειες και τον επανασχεδιασμό ενός συστήματος υγείας που ήταν κατακερματισμένο και χωρίς καμιά συνοχή. Για να διερευνήσει κανείς τις αλλαγές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου μετασχηματισμού στο κουβανέζικο σύστημα υγείας απαιτείται η εξέταση των πόρων που ήταν διαθέσιμοι, καθώς και η μελέτη των προφορικών ιστοριών των Κουβανών γιατρών που έζησαν την περίοδο της επανάστασης.

Πριν από το 1959, στην Κούβα είχαν λάβει χώρα τρεις μεγάλες αλλαγές (“επαναστάσεις”) στο χώρο της ιατρικής. Η πρώιμη “περίθαλψη” ήταν πρωτόγονη. Παρά τη ρητορική των Ισπανών εισβολέων, δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι έφεραν τεχνικές ανώτερες απ΄ αυτές των ιθαγενών Σιμπόνεϊ και των Αφρικανών λαϊκών θεραπευτών .[1] Η πρώτη ιατρική επανάσταση (1790–1830) συνέβη εν μέσω της κτηνωδίας εναντίον των σκλάβων. Μια πρώιμη “συσκευή ασφαλείας” ήταν η χρήση της ματσέτας από τους επιστάτες για να κόβουν τα χέρια των σκλάβων που πιάνονταν στους κυλίνδρους. Τέτοια γεγονότα δεν ήταν ασυνήθιστα για όσους αναγκάζονταν να δουλεύουν 20 ώρες την ημέρα. Ηγετική μορφή αυτής της ιατρικής επανάστασης ήταν ο Tomás Romay y Chacón (1764–1849) που εφάρμοσε τον εμβολιασμό κατά της ευλογιάς στην Κούβα, προώθησε τη δημόσια υγιεινή και υποστήριξε την ιατρική θεραπεία των σκλάβων. Ο Romay παρείχε στους Κουβανούς γιατρούς μια εναλλακτική λύση ενάντια στην τυφλή προσκόλληση στις ισπανικές παραδόσεις.

Όπως στην αναταραχή του 1959, η δεύτερη ιατρική επανάσταση (1898–1922) προέκυψε ύστερα από ένα κύμα λιποταξίας των Κουβανών γιατρών από τους ασθενείς τους. Οι γιατροί έφυγαν από την ύπαιθρο κατά τη διάρκεια των δύο πολέμων της ανεξαρτησίας (1868–1878 και 1895–1898). Με την απουσία τους, οι ασθένειες, που ήδη αφθονούσαν, ρήμαξαν το νησί. Από τους 200.000 στρατιώτες που έστειλε η Ισπανία στην Κούβα στη διάρκεια του δεύτερου πολέμου, οι 704 πέθαναν στις μάχες, οι 8.164 πέθαναν από τα τραύματά τους και 53.000 αφανίστηκαν από αρρώστιες, με την πιο θανατηφόρα να είναι ο κίτρινος πυρετός, που πήρε 13.000 ζωές. Αν και ο Carlos J. Finlay, η σημαίνουσα προσωπικότητα της δεύτερης ιατρικής επανάστασης, είχε ανακαλύψει πώς μεταδίδεται ο κίτρινος πυρετός από το 1881 ήδη, η έρευνά του γελοιοποιήθηκε από τους επαγγελματίες γιατρούς της Κούβας, της Ισπανίας και των ΗΠΑ και τα ευρήματά του δεν εφαρμόστηκαν μέχρι το 1900. Ένα χρόνο μετά την εφαρμογή τους, η ασθένεια είχε εξαφανιστεί στην Κούβα. Εκτός από την ανακάλυψη ότι τα κουνούπια είναι φορείς της ελονοσίας και του κίτρινου πυρετού, η δεύτερη ιατρική επανάσταση έγινε γνωστή για την έμφαση που έδινε στη μικροβιολογία και στην ανοσολογία. Όπως συνοψίζει ο Ρος Ντάνιελσον στην ιστορία για την κουβανέζικη ιατρική, “η δεύτερη ιατρική επανάσταση ήταν η ολοκλήρωση της πρώτης. Η επιστημονική μέθοδος, που απέκτησε ανωτερότητα ως λογική στην πρώτη περίοδο, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας πειστικής πρακτικής τεχνολογίας μόνο στη δεύτερη”. [2]

Η τρίτη ιατρική επανάσταση (1925–1945) χαρακτηριζόταν λιγότερο από νέες ανακαλύψεις και περισσότερο από μια αυξημένη επίγνωση. Η διαίρεση μέσα στους γιατρούς διευρύνθηκε, καθώς γινόταν όλο και πιο καθαρό ότι οποιαδήποτε λύση των προβλημάτων ιατρικής μέριμνας στην Κούβα θα απαιτούσε να στραφεί η προσπάθεια προς τον πληθυσμό των αγροτικών περιοχών, να υιοθετηθεί η προληπτική ιατρική μέσω φθηνών ή δωρεάν υπηρεσιών και να εφαρμοστεί η νέα γνώση περί της τροπικής ιατρικής και της παρασιτολογίας. [3] Σ΄ αυτήν ακριβώς την περίοδο, το 1925, εμφανίστηκε η πρώτη συλλογική οργάνωση των γιατρών, η Κουβανέζικη Ιατρική Ομοσπονδία (FMC). Το ίδιο έτος ιδρύθηκε η Κουβανέζικη Εργατική Συνομοσπονδία και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κούβας (CCP). [4]

Μέσα σε τέσσερα χρόνια, στη FMC σχηματίστηκαν δύο εσωτερικές πολιτικές παρατάξεις: η Renovación, που ασκούσε πίεση για υψηλότερους μισθούς και καλύτερη πανεπιστημιακή εκπαίδευση των γιατρών, και η Unión Federativa (UF), που αντιπροσώπευε γιατρούς των ιδιωτικών ιατρικών οργανισμών. Το 1932, η Renovación διασπάστηκε στη Reformista και στην Ala Izquierda (Αριστερή Πτέρυγα). Το 1938, το πρόγραμμα της FMC απαίτησε “φαρμακευτικούς ελέγχους, προστασία των εργαζομένων έναντι ατυχημάτων, κατώτατο μισθό για τους γιατρούς, απαγόρευση της πολυθεσίας, θεσμοποίηση της ειδικότητας της υγιεινής, βελτίωση των νοσοκομείων, της σχολικής υγείας, υγιεινή για τους φτωχούς ... [και] σχέδιο για τη συνταξιοδότηση των γιατρών”. [5] Παρόλο που το πρόγραμμα αυτό αντανακλούσε τις απόψεις της Ala Izquierda, η ηγεσία της FMC ελεγχόταν από την πιο συντηρητική UF. Ο αυξημένος φατριασμός οδήγησε στη δημιουργία μιας ακόμη, πιο αριστερής παράταξης, της Acción Inmediata (AcIn), και μιας δεξιάς, των Ortodoxos, που απαίτησε να απορριφθεί το αίτημα κατά της πολυθεσίας (η οποία έκανε κάποιους πλούσιους και άλλους τους οδηγούσε στην υποαπασχόληση ή την ανεργία). [6]

Οι διαιρέσεις μεταξύ των γιατρών εντάθηκαν. Η AcIn κέρδισε την ηγεσία του Ιατρικού Κολεγίου της Αβάνας το 1941, αλλά αυτή η αριστερή νίκη αναστράφηκε όταν ψήφισαν 1.000 γιατροί το 1942. Το ίδιο έτος, όμως, η AcIn κέρδισε την ηγεσία της FMC, και το 1943 πλειοψήφησε ξανά στο Ιατρικό Κολέγιο της Αβάνας. Μέλη του ΚΚ Κούβας κατείχαν ηγετικές θέσεις στη FMC από το 1943 μέχρι την επανάσταση του 1959. Το 1951, οι γιατροί απαίτησαν και πάλι την καλύτερη οργάνωση των νοσοκομείων, κατώτατο μισθό, ρυθμίσεις για τις ειδικότητες και σύγχρονες ιατρικές προδιαγραφές. Πάνω απ΄ όλα, την τρίτη ιατρική επανάσταση την προσδιόρισε η ανησυχία για την έλλειψη φροντίδας υγείας στις αγροτικές περιοχές.

Με τις τρεις ιατρικές επαναστάσεις, γιγαντώθηκε ένα σύστημα αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ διαφόρων ομάδων ή επαγγελμάτων και από μια ασήμαντη υποσημείωση έγινε μεγάλο κεφάλαιο στον τομέα της ιατρικής περίθαλψης στην Κούβα. Οι Κουβανοί ιστορικοί περιγράφουν αυτό το σύστημα ως “μορφή αυτοχρηματοδοτούμενης βοήθειας”, όπου μια μηνιαία πληρωμή κάλυπτε τη θεραπεία, τη νοσηλεία και τα φάρμακα. [7] Το πρώτο τέτοιου τύπου σχέδιο εμφανίστηκε 400 χρόνια πριν από την επανάσταση όταν, το 1559, ένας Ισπανός γιατρός πρότεινε ένα σχέδιο περίθαλψης έναντι μιας τακτικής αμοιβής. Μέσα στους αιώνες, αυτό το σύστημα εξελίχθηκε σε διάφορες υπο-ομαδοποιήσεις, με τα ταμεία ιατρικής μέριμνας των Ισπανών μεταναστών, των εμπορικών ενώσεων ή των συνδικαλισμένων εργατών. Ταυτόχρονα, συνυπήρχε η ιδιωτική πληρωμή ανά ιατρική υπηρεσία. Ένα συνηθισμένο πρόβλημα που προκαλούσε διαμαρτυρίες ήταν ότι οι γιατροί του συστήματος αμοιβαίας βοήθειας συνιστούσαν ιδιώτες για υπηρεσίες που δεν κάλυπτε το σύστημα, συνεπώς οι δύο γιατροί μοιράζονταν τις αμοιβές. Εντούτοις, οι κλινικές του συστήματος αμοιβαίας βοήθειας διαμόρφωναν μια συλλογική στάση έναντι του ιατρικού έργου, που θα αποκτούσε κρίσιμο χαρακτήρα μετά την επανάσταση του 1959. Παράλληλα με τον μηχανισμό της αμοιβαίας βοήθειας και την ιδιωτική ιατρική λειτουργούσε το κρατικό σύστημα υγείας που παρείχε περιορισμένη ιατρική φροντίδα στους φτωχούς. Την παραμονή της επανάστασης του 1959, υπήρχαν πολλά αλληλοεπικαλυπτόμενα ιατρικά συστήματα στις πόλεις και παραμέληση της αγροτικής Κούβας. Από τους 456 οργανισμούς υγείας το 1956, το 42,8% ήταν ιδιωτικοί ή οργανισμοί αμοιβαίας βοήθειας. Από αυτούς το 52% ήταν στην Αβάνα.

Η ιατρική περίθαλψη μετασχηματίζεται

Δέκα χρόνια μετά από την επανάσταση , ο Φιντέλ Κάστρο περιέγραψε τα τεράστια προβλήματα της ιατρικής περίθαλψης που αντιμετώπιζε η Κούβα τον Ιανουάριο του 1959:

Απουσία δημόσιου συστήματος υγείας, ημι-κρατικές και ιδιωτικές υπηρεσίες που ήταν καλύτερες από εκείνες που παρείχε η κυβέρνηση, προσανατολισμός προς τη θεραπευτική [αντί της προληπτικής] ιατρική, εγκατάλειψη των αγροτικών και φτωχών αστικών περιοχών, ιδιωτική ιατρική, λογική του εμπορικού κέρδους, ανταγωνισμός μεταξύ των ιδιωτικών υπηρεσιών, διοικητικός συγκεντρωτισμός και με το κοινό να μην γνωρίζει τις θεραπείες από τις οποίες θα μπορούσε να ωφεληθεί. [8]

Επιπροσθέτως, δεν υπήρχαν αξιόπιστα δεδομένα όσον αφορά τους δείκτες υγείας, ο αριθμός των εκπαιδευόμενων γιατρών και οδοντιάτρων ήταν ανεπαρκής και ελλιπής η χρηματοδότηση των ελάχιστων ερευνητικών εγκαταστάσεων. Η φαρμακευτική βιομηχανία ελεγχόταν κατά 70% από ξένους και παρήγαγε πολλά προϊόντα που δεν είχαν θεραπευτική αξία. Μόνο το 10% των παιδιών καλυπτόταν από ειδική παιδιατρική φροντίδα. Δεν υπήρχαν προγράμματα εμβολιασμού. [9]

Σχετικά μ΄ αυτή την κατάσταση, ο 87χρονος δρ. José Gilberto Fleites Batista αναφέρθηκε στην επαναστατική εποχή μιλώντας στην Καντέις Γουλφ: “Πριν από την επανάσταση , υπήρχαν μεγάλα νοσοκομεία μόνο στην πρωτεύουσα, στις μεγάλες πόλεις, αλλά όχι στις αγροτικές περιοχές, στην ύπαιθρο και στη Σιέρα”. [10] Η αναλογία γιατρών προς κατοίκους ήταν 1 προς 248 στην Αβάνα και 1 προς 2.608 στις ανατολικές επαρχίες. Η ιατρική εκπαίδευση ήταν σε μεγάλο βαθμό θεωρητική , προσφέροντας ελάχιστη πρακτική εμπειρία. Υπήρχαν ελάχιστα νοσοκομεία για πρακτική άσκηση και η εκπαίδευση προσανατόλιζε τους φοιτητές στην αποκόμιση χρημάτων. Ο δρ. Julio López Benítez ολοκλήρωσε την ειδικότητά του στην παιδική νεφρολογία το 1960, λίγο μετά την επαναλειτουργία της Ιατρικής Σχολής της Αβάνας, αφού είχε γίνει η επανάσταση. Θυμάται ότι “κάποιοι ήταν στην ιατρική για να κάνουν μπίζνες. Στο νοσοκομείο Calixto-García , 300 καθηγητές χρέωναν τους ασθενείς τους”. [11]

Η βασική αποστολή όσον αφορά την υγεία τα πρώτα πέντε χρόνια της επανάστασης ήταν η δημιουργία ιατρικών υπηρεσιών. Το 1959, προτεραιότητα ήταν το χτίσιμο νοσοκομείων. Το 1963, η επαναστατική κυβέρνηση είχε ιδρύσει 122 κέντρα υγείας και 42 νοσοκομεία σε αγροτικές περιοχές, με 1.155 κρεβάτια, 322 γιατρούς και 49 οδοντιάτρους. Προκειμένου να εκπληρωθεί αυτή η βασική αποστολή, ήταν αναγκαίο να δημιουργηθεί συνοχή σε ένα αποδιαρθρωμένο ιατρικό σύστημα. Στις 22 Ιανουαρίου 1960, ιδρύθηκε, με τον Νόμο 717, το υπουργείο Δημόσιας Υγείας και με τον Νόμο 723 θεσπίστηκαν οι Ιατρικές Υπηρεσίες στις Αγροτικές Περιοχές.[12] Καθώς το υπουργείο Υγείας σταθεροποιούσε και επέκτεινε τις κρατικές υπηρεσίες υγείας τηρούσε μια αμφίσημη στάση απέναντι στα [από πριν ] εγκαθιδρυμένα συστήματα αμοιβαίας βοήθειας που βασίζονταν σε ιδιωτικές υπηρεσίες. Εντούτοις, θα ήταν σοβαρό λάθος η προσπάθεια να κλείσουν οι κλινικές που ανήκαν σ΄ αυτά τα συστήματα κατά τη διάρκεια της αναστάτωσης που ακολούθησε την επανάσταση. Οι εκτεταμένες υπηρεσίες που προσέφεραν έδιναν μια λύση σε προβλήματα που δημιουργούνταν από την εγκατάλειψη της ιδιωτικής ιατρικής, καθώς οι ιδιώτες γιατροί έφευγαν από το νησί. Έτσι αποσυμπιέζονταν οι δημόσιες υπηρεσίες όσο επεκτείνονταν και αναδιοργανώνονταν. Καθώς περνούσε ο χρόνος, οι αντιθέσεις στο εσωτερικό αυτών των συστημάτων αμοιβαίας βοήθειας εντάθηκαν, τα μέλη τους συνειδητοποίησαν ότι οι υπηρεσίες τους ήταν περιττές, εφόσον μπορούσαν να έχουν δωρεάν περίθαλψη στις δημόσιες κλινικές. Το υπουργείο Υγείας, αντί να επιτεθεί σ΄ αυτά τα συστήματα, προσπάθησε να περιγράψει, το 1963, πώς θα σταθεροποιηθούν και θα αναδιοργανωθούν.

Οι επαναστατικές αλλαγές δεν μπορούν να επέλθουν με διατάγματα. Απαιτούν τον τύπο εκείνο της λαϊκής κινητοποίησης που σάρωσε την Κούβα. Έγινε κινητοποίηση για να τερματιστεί η ανεργία , να αυξηθεί ο μισθός των 350.000 εργατών στην παραγωγή ζάχαρης, να εγκαθιδρυθεί συνταξιοδοτικό σύστημα, να σταματήσουν οι διακρίσεις όσον αφορά την πρόσβαση στις παραλίες, να χτιστούν 10.000 νέες σχολικές αίθουσες και να σταλούν 3.000 δάσκαλοι και καθηγητές στις αγροτικές περιοχές. Ένα νέο σύστημα δελτίου εξασφάλιζε ίση κατανομή τροφίμων και καταναλωτικών αγαθών. Δίνοντας έμφαση στην προληπτική ιατρική, συγκέντρωσαν την προσοχή στις εγκύους, στην κακή διατροφή των νηπίων και στα παιδιά με χρόνιες ασθένειες.

Από τις μεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις που έγιναν στην Κούβα η καμπάνια για τον αλφαβητισμό είναι η πιο γνωστή. Το 1953, το 23,6 % του πληθυσμού ήταν αναλφάβητο (41,7% στις αγροτικές περιοχές). Σε ένα μόνο έτος, πάνω από 707.000 άνθρωποι διδάχτηκαν να διαβάζουν και να γράφουν. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, ο αναλφαβητισμός μηδενίστηκε. Αυτές οι πρώτες προσπάθειες έγιναν ενώ ακόμη λυμαίνονταν την ύπαιθρο οι οπαδοί του δικτάτορα Μπατίστα. Ο δρ. José Fleites θυμάται: “Χιλιάδες φοιτητές πήγαν στις αγροτικές περιοχές για να διδάξουν ανάγνωση και γραφή τον πληθυσμό. Ήταν μια πολύ όμορφη εκστρατεία, αλλά είχε βαρύ τίμημα. Οι αντεπαναστάτες δολοφόνησαν αρκετούς από αυτούς τους ιδεολόγους φοιτητές”.

Οι μεγάλες αλλαγές στους τομείς της ιατρικής φροντίδας και της εκπαίδευσης αποτελούσαν ουσιώδεις συνιστώσες του ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού. Το 1960, ο Νόμος 723 απαιτούσε οι απόφοιτοι της Ιατρικής να κάνουν ένα χρόνο σε αγροτικό ιατρείο. Το 1963, 1.500 γιατροί και 50 οδοντίατροι υπηρετούσαν σε αγροτικές περιοχές. Τον Φεβρουάριο του 1960, έφτασε σε αγροτικές περιοχές που πριν δεν υπήρχε καμιά φροντίδα για την υγεία η πρώτη ομάδα 357 γιατρών. Πολλοί έπρεπε να μείνουν σε σπίτια χωρικών. Βρήκαν ανθρώπους τόσο αναγκεμένους που αρχικά το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν απλώς να θεραπεύουν, αντί να εφαρμόζουν την πρόληψη. Η αποφασιστικότητα όμως για την εφαρμογή προληπτικής ιατρικής επικράτησε και στα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι γιατροί είχαν διπλασιάσει τον αριθμό των εμβολιαζόμενων για διφθερίτιδα, κοκκύτη και τέτανο σε σχέση με την περίοδο 1954–59.

Η εκστρατεία κατά της ελονοσίας άρχισε το 1961. Την επόμενη χρονιά εφαρμόστηκε εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού κατά της πολιομυελίτιδας, για καθαρό πόσιμο νερό, για τον έλεγχο της γαστρεντερίτιδας και ένα μεγάλο πρόγραμμα για τη βελτίωση της εκπαίδευσης του ιατρικού προσωπικού. Εφαρμόστηκε επίσης ένα πρόγραμμα αντι-λυσσικού εμβολιασμού των αδέσποτων σκύλων (perros callejeros). Για τα έτη 1962–65, το υπουργείο Υγείας ανέπτυξε 15 στόχους που εστίαζαν στα εξής: “βρεφική θνησιμότητα, εμβολιασμούς, εγκύους, μεταδιδόμενες ασθένειες, μολυσματικές ασθένειες, προληπτική ιατρική, υγεία των εργαζομένων και στόχους διοικητικής επιμέλειας και τήρησης συστηματικών στατιστικών ”. [13] Ταυτόχρονα, βελτίωσε το σχεδιασμό για την ανακούφιση από τις καταστροφές που προκαλούσαν οι τυφώνες και μείωσε τις τιμές για τα γυαλιά οράσεως και τα φάρμακα κατά 50%.

Νέοι γιατροί, νέα εκπαίδευση

Το κύμα του επαναστατικού πυρετού που απλώθηκε σε όλο το νησί πήρε μια ξεχωριστή μορφή στην ιατρική εκπαίδευση. Ο Μπατίστα , για να αντιμετωπίσει τις λαϊκές κινητοποιήσεις, είχε κλείσει στα 1957-58 το Πανεπιστήμιο της Αβάνας και την Ιατρική Σχολή του. Όταν άνοιξε ξανά το 1959, υπήρχε μια νέα αντίληψη για την εκπαίδευση. Ο δρ. Ezno Dueñas Gómez ειδικευόταν στη νεογνική παιδιατρική και συγκαταλεγόταν στους πρώτους αποφοιτήσαντες μετά την επανάσταση. Στα 84 χρόνια του, θυμάται , όπως μου διηγείται, ότι μετά την επανάσταση “η κουλτούρα της διδασκαλίας άλλαξε. Στην τυπική ιατρική εκπαίδευση πριν από το 1959, οι φοιτητές μπορούσαν να πηγαίνουν στα μαθήματα αν ήθελαν και η πρακτική εμπειρία που αποκτούσαν ήταν ελάχιστη. Γι΄ αυτό μπορούσαν να παραλείψουν τάξη. Μετά την επανάσταση, οι φοιτητές έπρεπε να πηγαίνουν στα μαθήματα για πρακτική εμπειρία και να πηγαίνουν μετά στα αγροτικά ιατρεία”.[14]

Ο δρ. Felipe Cárdenas Gonzáles αποφοίτησε το 1962 με την ειδικότητα στην παιδική καρδιοχειρουργική. Επισημαίνει τον νέο τρόπο προσέλκυσης φοιτητών: “Δημιουργήσαμε μια νέα κουλτούρα επαναστατικής ιατρικής. Οι καθηγητές ιατρικής που έμειναν στη χώρα δεν κλείνονταν στα ιδρύματα, έβγαιναν και αναζητούσαν καλούς φοιτητές που θα μπορούσαν να γίνουν γιατροί”.[15] Εφόσον καταργήθηκαν τα δίδακτρα, πολλοί νέοι φοιτητές προέρχονταν από τα εργαζόμενα στρώματα. Από τη στιγμή που γράφονταν στα πανεπιστήμια, έβρισκαν πληθώρα επαναστατικών οργανώσεων. Οι εισερχόμενοι φοιτητές έπρεπε να παίρνουν μαθήματα που είχαν ως αντικείμενό τους την αγροτική και τροπική ιατρική, όπως επίσης τις συγγενείς με την κλινική ιατρική επιστήμες. Για πρώτη φορά, διδάχτηκε στην Ιατρική Σχολή η βιοχημεία. Η πρακτική άσκηση στα νοσοκομεία ήταν προαπαιτούμενο για την αποφοίτηση. Πριν από το 1959, έκαναν μια σύντομη σειρά μαθημάτων στην κοινωνική ιατρική κατά το τελευταίο έτος, μετά την επανάσταση οι φοιτητές αποφοιτούσαν αφού είχαν ήδη σχηματίσει τις κλινικές εμπειρίες τους. Μετά το 1959, η κοινωνική ιατρική περιλήφθηκε στο πρόγραμμα σπουδών όλων των ετών.

Ήταν σαφές ότι η ανάμειξη των φοιτητών και της κυβέρνησης άλλαζε τα παλιά συστήματα του ελέγχου της εκπαίδευσης από το πανεπιστημιακό προσωπικό. Στις 29 Ιουλίου 1960, το τμήμα της Ιατρικής χωρίστηκε στα δύο σε μια σύσκεψη όπου συζητήθηκε η πρόταση για την ανώτατη διοικητική αρχή του πανεπιστημίου. Ένα μήνα αργότερα, τον Αύγουστο του 1960, είχαν μείνει μόνο 19 καθηγητές στην Ιατρική Σχολή – τη μοναδική στην Κούβα. Σχημάτισαν έναν πυρήνα νέων, ικανών γιατρών που ανέλαβαν μνημειώδεις ευθύνες προκειμένου να διατηρήσουν την ιατρική εκπαίδευση.

Για να μπορούν να εκπαιδεύουν περισσότερους φοιτητές, ο αριθμός των πανεπιστημιακών νοσοκομείων αυξήθηκε από 4 σε 7 και άνοιξαν νέες Ιατρικές Σχολές στο Λας Βίγιας και στο Σαντιάγο δε Κούμπα. Φοιτητές και γιατροί προσαρμόστηκαν στις επίπονες απαιτήσεις της επανάστασης. “Κανείς δεν ξεκουράστηκε εκείνα τα χρόνια”, θυμάται ο δρ. Felipe Cárdenas. “Δουλεύαμε τόσο σκληρά όσο χρειαζόταν. Έκανα 24ωρη εφημερία και μετά χειρουργείο και μετά έπρεπε να μελετήσω και να γράψω μια εργασία για τους νέους φοιτητές”. Το υπουργείο Δημόσιας Υγείας υπέγραψε συμβάσεις με καθηγητές ιατρικής από 26 χώρες: το 1964 ήλθαν στο νησί 120 και το 1965 92 γιατροί. Οι περισσότεροι ήταν από την Αργεντινή, το Μεξικό και το Εκουαδόρ. Άλλοι από τη Βουλγαρία, τη Σοβιετική Ένωση, την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία.

Ο Ρος Ντάνιελσον γράφει ότι “άλλες αντιδράσεις του Πανεπιστημίου στην φυγή των γιατρών περιλάμβαναν τη μείωση της περιόδου προ της ειδίκευσης από 6 σε 4 χρόνια και από 4 σε 3 στην οδοντιατρική”. [16] Ρώτησα τέσσερις γιατρούς --Dueñas, López, Cárdenas, και Mena—πώς επηρέασε τη διδασκαλία η μικρότερη αυτή περίοδος και όλοι είπαν ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Ο δρ. Julio López ήταν κατηγορηματικός: “Συμμετείχα στη διαμόρφωση προγραμμάτων σπουδών σε δεκατέσσερα εκπαιδευτικά σχέδια, αρχίζοντας από το 1963, και ποτέ δεν είχαμε λιγότερα από 6 χρόνια βασικών σπουδών”. [17] Παρόλο που η μείωση του απαιτούμενου χρόνου ιατρικών σπουδών θα μπορούσε να φαίνεται αποτελεσματική ως προς την εκπαίδευση περισσότερων γιατρών, είναι απίθανο να έγινε ποτέ κάτι τέτοιο. Από το 1959 ως το 1962, στην Κούβα αποφοίτησαν 1.497 γιατροί. Από το 1963 ως το 1969, αποφοιτούσαν 498 ανά έτος. Αυτό σημαίνει ότι στα τέλη του 1963, πέντε χρόνια μετά από την επανάσταση, η χώρα είχε ακόμη 1.000 γιατρούς λιγότερους από τους 6.000 που ασκούσαν την ιατρική τον Ιανουάριο του 1959. Αν και τα πρώτα πέντε χρόνια της επανάστασης άλλαξαν εκ βάθρων την κουλτούρα ως προς την ιατρική φροντίδα και παρασχέθηκε φροντίδα υγείας σε εκείνους που ποτέ δεν είχαν, η αναλογία γιατρών προς ασθενείς δεν είχε βελτιωθεί.

“Όπου η επανάσταση με χρειάζεται”

Η νέα κυβέρνηση και ειδικά ο Φιντέλ είχαν τεράστια ανταπόκριση στις εκκλήσεις τους για επαναστατική δέσμευση. Ο ενθουσιασμός του δρ. José Fleites γεννήθηκε από την απέχθειά του για το καθεστώς του Μπατίστα:

“Συμπαθούσα τους επαναστάτες, αλλά η ζωή μου δεν είχε καμιά σχέση μ΄ αυτούς. Ο κόσμος μου ήταν οι ασθενείς μου και η φροντίδα της οικογένειάς μου. Η μοναδική φορά που η επανάσταση και η αίθουσα των χειρουργείων συνέκλιναν για εμένα ήταν όταν έκρυψα έναν νέο – έναν τραυματισμένο αγωνιστή της επανάστασης που τον καταδίωκε η αστυνομία του Μπατίστα. Έφτασε στην αίθουσα έκτακτων περιστατικών , τότε που έκανα ειδίκευση στο νοσοκομείο Calixto García και τον έκρυψα εκεί από την αστυνομία η οποία θα τον βασάνιζε ή θα τον σκότωνε. Θα σου πω όμως ότι ο θρίαμβος της επανάστασης ήταν μια μεγάλη στιγμή για όλους μας”. [18]

Πριν ακόμη απαιτηθεί από την κυβέρνηση να υπηρετούν οι γιατροί στην επαρχία, τον Νοέμβριο του 1959, φοιτητές της Ιατρικής συγκεντρώθηκαν και δήλωσαν την προθυμία τους να πάνε στην επαρχιακή Κούβα. Λίγο μετά, ο δρ. Julio López αποφοίτησε από την ιατρική. Αναφέρει τα εξής σχετικά: “Ένας φίλος με ρώτησε γιατί στέλνονται οι γιατροί στο Σαντιάγο τη στιγμή που δεν υπήρχαν αρκετοί στην Αβάνα. Του απάντησα ότι ήταν ακόμη λιγότεροι στο Σαντιάγο. Όλοι είμαστε Κουβανοί”.

Καθώς αυξανόταν η πόλωση στην κοινωνία της Κούβας, οι φοιτητές έμπαιναν στην Ιατρική Σχολή με την προσδοκία να γίνουν γιατροί όχι για προσωπικό όφελος, αλλά για τις ανάγκες της κοινωνίας. Απορρίπτοντας την ιδιωτική ιατρική, ένα από τα πιο γνωστά και αγαπητά συνθήματα των φοιτητών ήταν “Όπου με χρειάζεται η επανάσταση”. Το 1963 ήταν πολύ καθαρό για όσους έμπαιναν στην Ιατρική ότι ήταν διαφορετικοί από τους προηγούμενους πρωτοετείς.

Η προθυμία να πάνε στην ύπαιθρο κατέκλυσε εξίσου τους γιατρούς που ήδη ασκούσαν το επάγγελμα. Ο δρ José Fleites επηρεάστηκε βαθιά από την επαφή του με τον νέο υπουργό Υγείας: “Ο υπουργός με γνώριζε και μου είπε να συνεργαστώ μαζί τους. Χρειάζονταν πολλούς γιατρούς για να πάνε σε διάφορα μέρη της Σιέρα Μαέστρα και να παράσχουν ιατρική φροντίδα στους χωρικούς. Είπα “Ναι! Θα πάω” ΄. Ο δρ López παρατήρησε ότι “ο Φιντέλ είχε αποκτήσει μεγάλη επιρροή μετά την εκστρατεία κατά του αναλφαβητισμού. Ζητούσε από τους ανθρώπους να σπουδάσουν ιατρική και πολλοί που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του ήταν έφηβοι”. Ένας από αυτούς τους τότε εφήβους ήταν ο δρ Oscar Mena Hector, που μου μίλησε όταν ήταν 62 ετών. Άκουσε το κάλεσμα του Φιντέλ όταν ήταν στη μέση εκπαίδευση. Έδωσε εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή στα 14 χρόνια του. Δεν πέρασε τότε. Αλλά έδωσε ξανά το 1970 και έγινε γιατρός το 1976. Οι εκστρατείες για την παροχή ιατρικής περίθαλψης στην αγροτική Κούβα επηρέασαν πολλούς από όσους συμμετείχαν. Ο δρ Fleites λέει: “Δεν θα ξεχάσω ποτέ ένα αφυδατωμένο μικρό αγόρι. Του δώσαμε ενδοφλεβίως υγρά, επειδή είχε διάρροια. Και θυμάμαι πολύ καλά αυτή την περίπτωση, γιατί το αγόρι θα είχε πεθάνει από αφυδάτωση , αν δεν ήμαστε εκεί”.

Ιατρικός διεθνισμός

Το ιατρικό σύστημα της Κούβας είχε αλληλεπίδραση με άλλες χώρες κατά πολλούς τρόπους. Ήδη από τον Απρίλιο του 1961, η Κούβα υπέγραψε μια συμφωνία συνεργασίας με την Τσεχοσλοβακία. Το επόμενο έτος έστειλε γιατρούς στη Βουλγαρία για να ειδικευθούν στην προληπτική ιατρική. Το 1964, έγινε συμφωνία με την Ανατολική Γερμανία για την προμήθεια ορθοπεδικών υλικών. Η Κούβα έστειλε επίσης γιατρούς στο εξωτερικό. Τον Μάρτιο του 1960, μόνο 15 μήνες μετά την επανάσταση, έπληξε σεισμός τη Χιλή και η Κούβα έστειλε μικρό αριθμό γιατρών για μια σύντομη περίοδο. Το επόμενο έτος η Κούβα έστειλε όπλα στους Αλγερινούς που μάχονταν για την ανεξαρτησία από τη Γαλλία. Το πλοίο επέστρεψε με 76 τραυματισμένους Αλγερινούς και 20 παιδιά-πρόσφυγες.

Το 1963, μια ιατρική μπριγάδα στην Αλγερία είχε 55 Κουβανούς, μεταξύ των οποίων 29 γιατροί. Ήταν 43 άντρες και 12 γυναίκες. Οι λεπτομέρειες αυτής της αποστολής δεν ήταν ευρέως γνωστές μέχρι που ο Hedelberto López Blanch δημοσίευσε τις “Μυστικές Ιστορίες των Κουβανών Γιατρών”, μια συλλογή προφορικών ιστοριών των Κουβανών εργαζομένων στον τομέα της ιατρικής που υπηρέτησαν στην Αφρική στις δεκαετίες του 1960 και 1970.[19] Μία από τους γιατρούς που πήγαν στην Αλγερία ήταν η Sara Perelló, που ήταν 84 ετών όταν μίλησε στον López. Μόλις είχε αποφοιτήσει με ειδικότητα στην παιδιατρική. Η μητέρα της άκουσε τον Φιντέλ να λέει ότι η φυγή των γιατρών στη Γαλλία είχε αφήσει τους Αλγερινούς σε κατάσταση πολύ χειρότερη απ΄ αυτήν των Κουβανών: “Οι Αλγερινοί είναι 4 εκατομμύρια περισσότεροι , αλλά έχουν μόνο το ένα τρίτο των γιατρών που έχουμε στην Κούβα”. [20] Η μητέρα της γύρισε στο σπίτι και της είπε ότι πρέπει να βοηθήσει τους Αλγερινούς, και η δρ Perelló πήγε στου υπουργείο Υγείας και δήλωσε εθελόντρια. Ανησυχούσε ταυτόχρονα γιατί η ηλικιωμένη μητέρα της έπασχε από Πάρκινσον. Όμως η μητέρα της της είπε ότι η αδελφή της Σάρα και ο σύζυγός της θα τη βοηθούσαν, όπως και το κράτος. “Αυτό που πρέπει να κάνεις τώρα είναι να πας και να μην ανησυχείς για τη μάνα σου, θα έχει καλή φροντίδα”[21]

Όταν ο δρ Pablo Resik Habib ήταν 76 ετών , είπε στον López ότι είχε επιλεγεί να ηγηθεί της αποστολής στην Αλγερία, επειδή ήταν αραβικής καταγωγής. Είχε εργαστεί ως αναισθησιολόγος, πρώτα σε νοσοκομείο και μετά σε κλινική του συστήματος αμοιβαίας βοήθειας. Άφησε την τριών μηνών κόρη του στη φροντίδα της συζύγου του που υποστήριζε τις διεθνιστικές προσπάθειες. Στα μέλη της μπριγάδας θα δινόταν ένας μικρός μισθός, ενώ οι κανονικοί μισθοί τους θα δίνονταν στις οικογένειές τους. Ο δρ Resik περιέγραψε την επισφαλή “βουτιά” στην πρώτη διεθνή αποστολή: “Βρεθήκαμε σε μια αραβική χώρα, μουσουλμανική, με συνήθειες , έθιμα και κουλτούρα πολύ διαφορετικά από τα δικά μας”. [22]

Η δρ Zoila Italia Suárez θα είχε ολοκληρώσει την ειδικότητά της στην παιδιατρική, αλλά , λόγω του κλεισίματος της σχολής από τον Μπατίστα, καθυστέρησε το πτυχίο της μέχρι το 1960. Πήγε αμέσως στην επαρχία Γκράνμα για το αγροτικό της. Η ένταξή της στην μπριγάδα για την Αλγερία προσωποποιεί το πέρασμα από τις εκστρατείες για να τερματιστεί η διχοτομία ανάμεσα στην ύπαιθρο και στις πόλεις στην Κούβα στον ιατρικό διεθνισμό. Η προθυμία να αφήσει την Αβάνα για να πάει στην επαρχιακή Κούβα εύκολα μετατράπηκε σε προθυμία να αφήσει την Κούβα για να βοηθήσει τους ανθρώπους στην Αφρική. Η δρ Italia λέει ότι το βασικό πρόβλημά της ήταν η γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας έπρεπε να έχει μεταφραστή από τα αραβικά στα γαλλικά και έναν δεύτερο από τα γαλλικά στα ισπανικά. Όταν μια γυναίκα που έφερε το παιδί της μιλούσε μια αραβική διάλεκτο που δεν καταλάβαινε ο μεταφραστής , η μητέρα πήρε το χέρι της γιατρού και το ακούμπησε στην κοιλιά του γιου της. Η γιατρός, πιάνοντας έναν όγκο, τον έστειλε αμέσως στο νοσοκομείο. Έμαθε να κάνει διαγνώσεις από το πού άγγιζε η μητέρα το παιδί ή από το εάν φτερνιζόταν ή έβηχε.

Με την αποστολή αυτή οι γιατροί απέκτησαν πολύτιμες ιατρικές εμπειρίες. Η δρ Italia είδε “πολλές ασθένειες που ήταν σπάνιες ή ανύπαρκτες στην Κούβα. Φυματίωση, υποσιτισμό, ελονοσία, παρασιτικές ασθένειες και βακτηριακές λοιμώξεις .... Στην Κωνσταντίνη, ένα στρατιωτικό νοσοκομείο ήταν τελείως άδειο, επειδή οι Γάλλοι γιατροί είχαν φύγει”. [23] Ο Ερνέστο “Τσε” Γκεβάρα άφησε βαθύ σημάδι σ΄ αυτή την διαπλαστική αποστολή. Η δρ Italia θυμάται “ο Τσε μάς επισκέφθηκε όταν ήμαστε μόλις ένα μήνα στην Αλγερία. Ρώτησε αν είχαμε δυσκολίες και πώς συνεργαζόμαστε με τους ασθενείς, χωρίς να γνωρίζουμε τη γλώσσα τους. Έμεινε μόνο λίγες ώρες μαζί μας, αλλά ήμαστε σκορπισμένοι σε διάφορες επαρχίες και αυτός πήγε σε όλη τη χώρα”. [24]“ Ένα απόγευμα, μας είπαν ότι ο Τσε θα συναντιόταν μαζί μας το επόμενο πρωί στις 7 π.μ.”, θυμάται η δρ Perelló. “Δεν πιστέψαμε ότι θα γινόταν η συνάντηση, γιατί κανείς δεν ταξίδευε νύχτα στην Αλγερία. Όταν όμως φτάσαμε στο κυβερνητικό κτίριο στις 13 Απριλίου 1963, ο Τσε μας περίμενε στην πόρτα”. Ο Τσε την εντυπωσίασε με τη σοβαρότητα που έφτανε μέχρι τον ασκητισμό: “Ο Τσε μας είπε να ξεχάσουμε την πρασινάδα και τους φοίνικες της Κούβας και να αφοσιωθούμε στο έργο μας” [25] Οι εμπειρίες από την Αλγερία εξόπλισαν του Κουβανούς με ιστορίες που ενέπνευσαν τους φοιτητές της Ιατρικής επί δεκαετίες. Ο δρ Resik λέει με έμφαση: “Πήρα πολύ περισσότερα από αυτή την αποστολή από όσα έδωσα... Είμαι περήφανος που υπήρξα ένας από τους πρωτοπόρους αυτού του σπουδαίου παραδείγματος , του ότι ένα μικρό νησί της Καραϊβικής έδωσε τόσο πολλά στον κόσμο...”. [26]

Οι 3.000 που έμειναν

Πολλοί Κουβανοί γιατροί δεν επιθυμούσαν να πάνε στην επαρχία, πολύ περισσότερο στην έρημο της Αλγερίας. Δύο μεγάλα κύματα γιατρών έφυγαν από την Κούβα. Το πρώτο με τις τεράστιες αλλαγές στην παροχή υγείας κατά τα πρώτα δύο χρόνια. Πολλοί ήταν ιδιοκτήτες ιδιωτικών κλινικών , διευθυντές κέντρων στο σύστημα αμοιβαίας βοήθειας και γιατροί με υψηλά εισοδήματα από την άσκηση ιδιωτικής ιατρικής. Το δεύτερο κύμα προκλήθηκε από την αμερικανική εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, τον Απρίλιο του 1961, και από την πυραυλική κρίση τον Οκτώβριο του 1962. Ο δρ López αναφέρει ότι στο “νοσοκομείο William Soler υπήρχαν 59 γιατροί. Σε μία ημέρα, τον Φεβρουάριο του 1961, έφυγαν 26. Ήταν ένας μήνας και κάτι πριν από τον Κόλπο των Χοίρων. Πρέπει να ήξεραν τι θα συνέβαινε και έφυγαν πριν”.

Πολλοί έφυγαν μόλις τέθηκε σε εφαρμογή η υπηρεσία στα αγροτικά ιατρεία, που θα τους έστελνε σε μέρη τα οποία στερούνταν τις ανέσεις της Αβάνας. Ο δρ Cárdenas πίστευε ότι ήταν “κάτι παρόμοιο με αυτό που γίνεται στη Βραζιλία όπου πολλοί γιατροί δεν θέλουν να πάνε σε περιοχές που είναι πιο αναγκαίοι” . Πρόσθεσε, “οι περισσότεροι από τους γιατρούς που έφυγαν δεν ήταν πλούσιοι, αλλά ταυτίζονταν με τους πλούσιους”. Οι εκστρατείες για τον αλφαβητισμό, την ιατρική φροντίδα και άλλες που αγκάλιασαν τους φτωχούς, την εργατική τάξη και τους αγρότες της Κούβας ήταν μια προσβολή για τον τρόπο ζωής των μεσαίων τάξεων. Ήταν κάτι πέρα από τη διακοπή της λειτουργίας της Ιατρικής Σχολής – όταν ο Μπατίστα έκλεισε το Πανεπιστήμιο στα χρόνια 1957-58, δεν σημειώθηκε σημαντική έξοδος του πανεπιστημιακού προσωπικού της Ιατρικής. Ο δρ Dueñas λέει “ήξεραν ότι οι πόρτες ήταν ανοικτές γι΄ αυτούς στις ΗΠΑ. Πολλοί γιατροί δεν πήγαν στο Μαϊάμι επειδή ήταν αντεπαναστάτες, αλλά επειδή μπορούσαν να έχουν τόσο πολλά πράγματα στις ΗΠΑ”.

Ρώτησα τέσσερις γιατρούς—López, Cárdenas, Dueñas, and Mena—εάν η διαφορά μεταξύ εκείνων που έφυγαν και εκείνων που έμειναν ήταν πρωτίστως χάσμα γενεών και όλοι απάντησαν αρνητικά, η ηλικία δεν είχε σχέση μ΄ αυτό. Επίσης συμφώνησαν ότι δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν πώς θα αντιδρούσε ένας γιατρός στην επανάσταση με κριτήριο τον πλούτο του. “Ο Roberto Guerra ήταν ένας πασίγνωστος, πλούσιος χειρουργός ”, λέει ο δρ Dueñas. “Ήταν πολύ χαρισματικός, δεν είχε παιδιά και είχε δεσμό με μια σταρ του κινηματογράφου. Ήταν ο πρώτος που άφησε την ιδιωτική ιατρική και δώρισε την κλινική του στην επανάσταση, για να χρησιμοποιηθεί στη διδασκαλία”. “Ο δρ José Resno Albara απαρνήθηκε τα εκατομμύρια δολάριά του και βοήθησε να ιδρυθεί η νέα επαναστατική ιατρική”, πρόσθεσε ο δρ López. “Ορισμένοι γιατροί υποστήριξαν την επανάσταση μετά την επικράτησή της, κάποιοι άλλοι ήταν επαναστάτες”. “Σημαίνει αυτό ότι πριν το 1959 δεν μπορούσε κανείς να γνωρίζει ποιος θα βοηθούσε και ποιος όχι;”, ρώτησα, και ακούστηκε ένα εμφατικό “Ναι!”.

Ενώ θα ήταν υπερβολή να συνάγουμε ότι δεν υπήρχε σχέση ανάμεσα στην προ της επανάστασης και στη μετά την επανάσταση στάση των γιατρών, θα ήταν κατά παρόμοιο τρόπο υπερβολή να θεωρήσουμε ότι οι προ του 1959 πράξεις προδίκαζαν, πάντα, την αφοσίωση των γιατρών από τη στιγμή που θα ανατρεπόταν ο Μπατίστα. Υπήρξαν κάποιοι που τους συνάρπασε το κίνημα της 26ης Ιουλίου[το κίνημα ανατροπής του Μπατίστα], αλλά αποκαρδιώθηκαν όταν είδαν να εφαρμόζονται πρακτικά οι ιδέες του, αντί να εγκαταλείπονται, όπως έγινε σε πολλές άλλες επιτυχείς λατινοαμερικανικές επαναστάσεις. Αντίθετα, πολλοί κράτησαν απόσταση από τον αγώνα, πιστεύοντας ίσως ότι η Κούβα δεν θα αλλάξει ποτέ ουσιαστικά, αλλά ρίχτηκαν στον αγώνα όταν είδαν ότι αυτό συμβαίνει στην πραγματικότητα. Η προσδιοριστική αντίθεση ανάμεσα στους γιατρούς που έμειναν και σ΄ αυτούς που έφυγαν ήταν η στάση απέναντι σ΄ αυτή καθ΄ εαυτήν την επανάσταση – εάν τους συνάρπαζαν ή τους απωθούσαν οι αλλαγές που γίνονταν μπροστά στα μάτια τους.

Φυλή και ιατρική επανάσταση

Οι Κουβανοί αφρικανικής καταγωγής ήταν συγκεντρωμένοι στο αγροτικό ανατολικό τμήμα του νησιού που είναι πλησιέστερα στην Αϊτή και όπου η μεγαλύτερη πόλη είναι το Σαντιάγο δε Κούμπα. Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολικό να αναφερθεί το πόσο σημαντική ήταν η επανάσταση του 1959 γι΄ αυτόν τον πληθυσμό -- επέφερε τις πιο μεγάλες αλλαγές στη ζωή των μαύρων Κουβανών από τότε που καταργήθηκε η δουλεία. Οι εκκλήσεις για υπηρεσία στις αγροτικές περιοχές και στις ανατολικές επαρχίες ήταν το συνώνυμο με τις εκκλήσεις να καταπολεμηθεί ο δομικός ρατσισμός. Αυτές οι αλλαγές ενέπνευσαν τον δρ López να δηλώσει εθελοντής προς υπηρεσία: “Έκανα γενετική έρευνα ως παιδίατρος, όταν μου είπαν ότι παιδιά πέθαιναν στο Σαντιάγο, και χρειαζόταν να πάμε εκεί. Έτσι πήγα στο Σαντιάγο στις αρχές της δεκαετίας του 1960, και υπηρετούσα ανά τρεις μήνες με εναλλαγή”.

Πριν από την επανάσταση, ο ρατσισμός ήταν ανοιχτός και αδιάλλακτος. Ο δρ López περιγράφει: “Ένα νοσοκομείο που έλεγε πως είναι αφοσιωμένο σε θρησκευτικούς σκοπούς δεχόταν μόνο λευκούς ασθενείς και όχι μαύρους”. Η οικογένεια του δρ Mena γνώρισε για τα καλά τον ρατσισμό. Ο “ξάδελφός του , José Villena, σπούδασε ιατρική , αλλά ήταν φτωχός και έπρεπε να πουλάει ντομάτες για να αγοράζει τα βιβλία. Πέρασε όλα τα μαθήματά του, αλλά μετά την τελευταία εξέταση έμαθε ότι δεν θα μπορούσε να γίνει γιατρός γιατί ήταν μαύρος”. Οι σπουδές κορυφώνονταν με μια προφορική εξέταση και ένας από τους εξεταστές αρνιόταν να περάσει μαύρους φοιτητές. “Δύο χρόνια αργότερα, το 1959, πέρασε τις εξετάσεις του και έγινε γιατρός”. Άσκησε νοσοκομειακή ιατρική στο Καμαγκέι μέχρι το θάνατό του.

Ωστόσο, πριν από την επανάσταση δεν έλειψαν οι κατά του ρατσισμού αγώνες στον τομέα της υγείας. Το 1938, το Συνδικάτο Εργατών Μεταφορών, που είχε κομμουνιστική ηγεσία, άρχισε να εφαρμόζει ένα σχέδιο αμοιβαίας βοήθειας στον τομέα της υγείας, ιδρύοντας μια κλινική για τους εργάτες, το Centro Benéfico. Μετά από πέντε χρόνια επέκτεινε το σύστημα αυτό και σε άλλους εργάτες και το 1959 είχαν εγγραφεί 25.000. “Το Centro Benéfico,” σημειώνει ο Ρος Ντάνιελσον, “ήταν η μόνη κλινική στο πλαίσιο των συστημάτων αμοιβαίας βοήθειας η οποία εξυπηρετούσε αρκετά μεγάλο αριθμό μη λευκών Κουβανών και τους εξυπηρετούσε χωρίς διακρίσεις και αποκλεισμούς”. [27] Η συντονισμένη από την επαναστατική κυβέρνηση αποστολή ιατρικών ομάδων στις φτωχές κοινότητες των πόλεων, στις αγροτικές περιοχές και στο ανατολικό τμήμα του νησιού συνέβη την ίδια χρονική στιγμή που οι Αμερικανοί αγωνιστές για τα πολιτικά δικαιώματα ξυλοκοπούνταν από την αστυνομία και δέχονταν επιθέσεις από σκυλιά, γιατί ζητούσαν το δικαίωμα να κάθονται στους “μόνο για λευκούς” πάγκους φαγητού. Αυτή η αντίθεση δεν έμεινε απαρατήρητη από τους Κουβανούς ή από τους κυβερνητικούς αξιωματούχους στις ΗΠΑ.

Μια νέα συνείδηση

Η βασική αντίθεση που αντιμετώπισε η επαναστατική ιατρική ήταν πώς μπορούσε να κάνει πολύ περισσότερα με πολύ λιγότερα μέσα , ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να σκέφτεται και να σχεδιάζει σε μεγαλύτερο βάθος από ποτέ. Γράφοντας είκοσι χρόνια μετά την επανάσταση, ο Roberto Capote Mir συνόψισε τα πρώτα επιτεύγματα της περιόδου: δημιουργία ενοποιημένου συστήματος υγείας, αύξηση των νοσοκομειακών κλινών και των εγκαταστάσεων ιατρικής φροντίδας ιδίως στην αγροτική και στην ανατολική Κούβα, αύξηση του αριθμού των εργαζομένων σε κάθε κατηγορία του τομέα της υγείας και “ενεργητική συμμετοχή των μαζών στην επίλυση των προβλημάτων της υγείας”. [28] Από τις πολλές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν εκείνη την περίοδο, η κατά πολύ πιο σημαντική ήταν οι Επιτροπές για την Υπεράσπιση της Επανάστασης , που οργανώθηκαν το 1960 ως προστασία απέναντι στην αντεπανάσταση. Οι Επιτροπές αυτές συμμετείχαν σε πολλές εκστρατείες για την υγεία και μετά το 1962 ήταν υπεύθυνες για την ανοσοποίηση έναντι της πολιομυελίτιδας.

Σε διαφορετικό πολιτικό κλίμα, οι γιατροί γίνονται διαφορετικοί άνθρωποι. “Όταν άρχισα την ιατρική μου καριέρα”, μου λέει ο δρ López , “νόμιζα ότι αν ένα παιδί πεθάνει από πείνα δεν είναι δικό μου πρόβλημα ως γιατρού. Τώρα καταλαβαίνω ότι είναι δικό μου πρόβλημα”. Και ο δρ Cárdenas επηρεάστηκε με τον ίδιο τρόπο:

“Στην αρχή, οι άνθρωποι ήταν υπέρ ή κατά της επανάστασης με πολύ θεωρητικό τρόπο, αλλά εγώ δέθηκα με την επανάσταση. Τότε διεξαγόταν μια καμπάνια εμβολιασμού στο Realengo 18 (στο Γκουαντάναμο) Οι ασθενείς έπρεπε να έλθουν με τα πόδια και μια γυναίκα έφερε ένα παιδί που είχε γαστρεντερίτιδα. Ο πατέρας του περπατούσε τρεις ώρες κάθε ημέρα για να το δει, του είπα ότι μπορεί να μείνει στο σπίτι , επειδή ο γιος του θα μπορούσε να φύγει σε δύο ημέρες. Ο πατέρας όμως δεν έφυγε, γιατί όπως μου είπε τέσσερις άλλοι γιοι του είχαν πεθάνει. Αυτό το γεγονός άλλαξε τη ζωή μου για πάντα”.

Οι γιατροί άρχισαν να ενεργούν ως ιατρικά “στελέχη”, αντιλαμβανόμενοι τον εαυτό τους ενσωματωμένο σε μια ευρύτερη πολιτική προσπάθεια. Ένας απόφοιτος της Ιατρικής “δεν μπορούσε να μη βλέπει τις δικές του προσπάθειες ως μέρος ενός συνόλου μέτρων που αφορούσαν την υγεία: αναδασμός της γης, νέοι δρόμοι, βελτιωμένες αγροτικές μέθοδοι, σχολεία, προγράμματα αλφαβητισμού, βελτιωμένη διατροφή και τερματισμός της εποχικής ανεργίας”. [29]

Η επιτακτική ανάγκη να υπηρετείς αυτούς που δεν είχαν καμιά κοινωνική φροντίδα έγινε η καθοδηγητική ιδέα της ιατρικής στην Κούβα. Όπως είχε συνειδητοποιήσει ο Καρλ Μαρξ, “η θεωρία γίνεται υλική δύναμη όταν συναρπάζει στις μάζες”. [30] Η καθαρή επιθυμία των απομονωμένων γιατρών να προσφέρουν δωρεάν φροντίδα στα πλήθη των φτωχών Κουβανών δεν θα μπορούσε από μόνη της να αλλάξει τα πράγματα στην υγεία, όπως δεν θα μπορούσε να το κάνει οποιαδήποτε κυβερνητική προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα νέο σύστημα υγείας με διάταγμα, απομονωμένη από τις διαθέσεις του λαού. Αλλά σε μια χώρα όπου χιλιάδες γιατροί είχαν αγωνιστεί επί δεκαετίες για να δημιουργήσουν δίκαιο σύστημα ιατρικής φροντίδας, μια επαναστατική κυβέρνηση που εξέφραζε αυτή την επίγνωση μπόρεσε να ενώσει τους αγώνες και να αναδιαμορφώσει την ιατρική.

Η συνείδηση των 3.000 που έμειναν έγινε η “υλική δύναμη” στη δημιουργία του κουβανέζικου συστήματος υγείας , όπως επίσης για τη βιομηχανική παραγωγή φαρμάκων ή την οικοδόμηση νοσοκομείων. Η ιατρική επηρεάστηκε από αυτή τη συνείδηση, όπως επηρεάστηκε και η κουβανέζικη οδοντιατρική από τους σύγχρονους τροχούς υψηλής ταχύτητας που πήρε ο Φιντέλ σαν λύτρα από τις ΗΠΑ για την επιστροφή των μισθοφόρων που αιχμαλωτίστηκαν μετά την εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων.

Ωστόσο, έμενε να απαντηθεί αν αυτή η νέα ιατρική συνείδηση θα ήταν αρκετά ισχυρή για να ξεπεράσει νέες προκλήσεις. Η ανάγκη για βασική ιατρική φροντίδα ήταν τόσο σοβαρή που η ικανοποίησή της σήμαινε ότι έπρεπε να οικοδομηθούν νέες ιατρικές εγκαταστάσεις και να συγκεντρωθεί η προσοχή σε συγκεκριμένες ασθένειες και προβλήματα υγείας. Η σχέση των θεσμών υγείας με τις κοινότητες που υπηρετούσαν έμεινε ως επί το πλείστον η ίδια. Αν και οι δημοτικές πολυκλινικές άρχισαν το 1962 να παρέχουν έναν νέο προσανατολισμό, η ατμόσφαιρα της κρίσης [των πυραύλων] παρεμβλήθηκε στην επέκταση αυτής της αλλαγής παραδείγματος .[31] Το ερώτημα παρέμεινε: Από τη στιγμή που θα βελτιώνονταν οι βασικές υπηρεσίες, θα ήταν ικανός ο ιατρικός κλάδος να σχεδιάσει και να εφαρμόσει θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο που παρεχόταν η ιατρική φροντίδα;

Ένα ακόμη μαύρο σύννεφο απλώθηκε πάνω από την ιατρική: η βρεφική θνησιμότητα αυξήθηκε στα πρώτα χρόνια της επανάστασης. [32] Πιθανώς, μέρος αυτής της αύξησης να οφειλόταν στις καλύτερες στατιστικές. Θάνατοι βρεφών που δεν καταγράφονταν πριν από το 1959, άρχισαν να καταγράφονται μετά την επανάσταση. Η επανάσταση έκανε παν το ανθρωπίνως δυνατό για να γίνουν εμβολιασμοί και να παρασχεθούν άλλες παιδιατρικές υπηρεσίες, αλλά η φυγή των γιατρών είχε σοβαρές επιπτώσεις. Οι σχολές δούλευαν νυχθημερόν για να επεκτείνουν κάθε τύπο ιατρικής εκπαίδευσης και οι γιατροί διαμοιράστηκαν πιο αναλογικά σε όλο το νησί. Όμως, στα τέλη του 1963 υπήρχε ακόμη χαμηλότερη αναλογία γιατρών προς ασθενείς από αυτή του Ιανουαρίου του 1959. Το ερώτημα παρέμενε: θα ήταν ικανοί οι νέοι φοιτητές να συνεχίσουν σ΄ αυτόν τον εντατικό ρυθμό και θα αυξάνονταν οι αριθμοί τους τα ερχόμενα χρόνια;

Αν και τα ιατρικά επιτεύγματα έγιναν αισθητά σε όλο το νησί, το ταξίδι 55 γιατρών στην Αλγερία δεν πήρε μεγάλη δημοσιότητα. Πέντε χρόνια μετά την επανάσταση, ουδείς ήξερε ποιος θα ήταν ο αντίκτυπός του. Θα θεωρούνταν αργότερα ως σπατάλη πόρων που χρειάζονταν απελπιστικά; Ή θα ήταν δυνατόν οι εμπειρίες της Αλγερίας να συνδυαστούν με τις ιατρικές απόψεις που ακόμη ήταν εμβρυώδεις μέσα στην Κούβα και αυτός ο συνδυασμός θα μετέτρεπε τα επαναστατικά όνειρα σε υλική δύναμη για τη δημιουργία μιας νέας παγκόσμιας ιατρικής;

Σημειώσεις

1. Ross Danielson,Cuban Medicine (New Brunswick, NJ: Transaction, 1979), 22.

2. Danielson,Cuban Medicine, 221–22.

3. José R. Ruíz Hernández,Cuba, Revolución Social y Salud Pública (1959–1984) (Havana: Editorial Ciencias Médicas 2008), 13; Danielson,Cuban Medicine, 131–33, 222–24.

4. Julia E. Sweig,Cuba: What Everyone Needs to Know (Oxford: Oxford University Press, 2009), 37; Danielson,Cuban Medicine, 103–104.

5. Danielson,Cuban Medicine, 107.

6. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση με το εθνικό πολιτικό κόμμα, Ortodoxos, που προσέλκυσε τον νεαρό Φιντέλ Κάστρο το 1947. Βλ. Peter G. Bourne,Fidel (New York: Dodd, Mead,1986), 39, 53.

7. Ruíz,Cuba, Revolución Social y Salud Pública, 10.

8. Ruíz,Cuba, Revolución Social y Salud Pública, 17.

9. Berta L. Castro Pacheco et al.,Cuban Experience in Child Health Care: 1959–2006 (Havana: Ministry of Public Health, 2010), 5.

10. Candace Wolf, “The Zen of Healing: Spoken Histories of Dr. José Gilberto Fleites Batista and Dr. Gilberto Fleites Gonzalez,” Havana, Cuba, January 2013 (unpublished manuscript). Οδρ José Gilberto Fleites Batista γεννήθηκετο 1925.

11. Συνέντευξητουσυγγραφέαμετονδρ Julio López Benítez (γ.1933), Havana, Cuba, December 26, 2013.

12. Roberto E. Capote Mir, “La evolución de los servicios de salud y la estructura socioeconómica en Cuba, Segundo Parte: Periódo posrevolucionario,” (Havana: Instituto de Desarollo de la Salud, 1979), 53; Ruíz,Cuba, Revolución Social y Salud Pública, 29.

13. Ruíz,Cuba, Revolución Social y Salud Pública, 43–44, 64.

14. Συνέντευξητουσυγγραφέαμετονδρ Enzo Dueñas Gómez (γ. 1929), Havana, Cuba, December 26, 2013.

15. Συνέντευξητουσυγγραφέαμετονδρ Felipe Cárdenas Gonzáles (γ. 1935), Havana, Cuba, December 26, 2013.

16. Danielson,Cuban Medicine, 141.

17. Συνέντευξητουσυγγραφέαμετονδρ Oscar Mena Hector (γ. 1951), December 21, 2013, and January 1, 2014.

18. Wolf, “The Zen of Healing.”

19. Hedelberto López Blanch,Historias Secretas de Médicos Cubanos (Havana: Centro Cultural de la Torriente Brau, 2005). Ηδρ Sara Perelló γεννήθηκετο 1920. Οδρ Pablo Resik Habib το 1930 καιηδρ Zoila Italia Suárez το 1927.

20. Blanch,Historias Secretas, 9, 216.

21. Blanch,Historias Secretas, 223.

22. Blanch,Historias Secretas, 217–18.

23. Blanch,Historias Secretas, 235.

24. Blanch,Historias Secretas, 236.

25. Blanch,Historias Secretas, 224.

26. Blanch,Historias Secretas, 221.

27. Danielson,Cuban Medicine, 120.

28. Capote, “La evolución de los servicios de salud,” 57.

29. Danielson,Cuban Medicine, 134.

30. Karl Marx,The Critique of Hegel’s Philosophy of Right, παρατίθεταιστο Georg Lukács,History and Class Consciousness (Cambridge, MA: MIT Press, 1968), 2.

31. Linda M. Whiteford and Lawrence G. Branch,Primary Health Care in Cuba: The Other Revolution (Lanham, MD: Rowman and Littlefield, 2008), 20.

32. Whiteford and Branch,Primary Health Care in Cuba, 54; Pacheco et al.,Cuban Experience, 42.

Ο Ντον Φιτζ είναι εκδότης του Synthesis/Regeneration: A Magazine of Green Social Thought και συν-συντονιστής του Πράσινου Κόμματος στο Σεντ Λιούις.

Πηγή: Monthly Review

Μετάφραση: Αριάδνη Αλαβάνου, αναδημοσίευση από το Αριστερό Βήμα.

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή