english

Η αντιμετώπιση του Καβάφη από την Αριστερά

Η αντιμετώπιση του Καβάφη από την Αριστερά

Του Κώστα Κρεμμύδα.

1. To καλό με την τέχνη, σε αντίθεση με την πολιτική είναι η διαχρονικότητά της: μπορεί να απασχολεί 150 χρόνια μετά μελετητές και αναγνώστες ξαναδιαβάζοντας ας πούμε τα κείμενα του Καβάφη για Κυπριακό ζήτημα[1], την ανάγκη επιστροφής των Ελγίνειων Μαρμάρων[2], ή το ποίημα 27 Ιουνίου 1906, 2μμ, όπου εν θερμώ  μετατρέπει σε ιστορία τον απαγχονισμό, απ’ την αγγλική Κατοχή, του 17χρονου Ιούσεφ Χουσΐν Σελίμ, όπως σημειώνει στο κάτω μέρος του αυτογράφου του: «κάτω απ’ τον μεσημεριανό, τον άγριο ήλιο […]/ επεράσάν το το σκοινί και τόπνιξαν/ το δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί…». Τα μοιρολόγια της μάνας παραπέμπουν στη μάνα του Χριστού, ενώ αυθόρμητος ο παραλληλισμός με τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο του 2008.

2. Το κακό με την Αριστερά, και όχι μόνο εκείνης της εποχής, είναι ότι η διαχρονικότητα αφορά τη μανιχαϊστική αντίληψη (και στη λογοτεχνία), την παραμορφωτική/ απλουστευτική οπτική της στην τέχνη, τον εθισμό της, σε χοντροκομμένες διακηρύξεις και καταγγελίες: «Μπορεί ο καλλιτέχνης να χρησιμοποιήσει υλικό από τον κόσμο της παρακμής, αλλά μόνο με πρόθεση να καταδικάσει, αφού ο κόσμος της παρακμής έχει καταδικαστεί απ’ τη ζωή» (Μ. Μ. Παπαϊωάννου, ό. π. σ. 92).

Έτσι η αριστερά χρειάστηκε να βαφτίσει, όπως οι μοναχοί, το κρέας «ψάρι», και τον Καβάφη κραυγαλέα «πολιτικό» ποιητή για να τον φάνε. Γιατί δεν τους αρκούσε το εύρος των κοινωνικών αναφορών του.

3. Δυστυχώς ανήκουν στο παρελθόν οι θυελλώδεις συζητήσεις και οι πολεμικές διαμάχες για λογοτεχνικά θέματα που έφερναν στο φως (και διόλου δεν υπέκρυπταν) τα ιδεολογικά χάσματα. Ειδικά με τον Καβάφη ξεκίνησαν μόλις στο 2ο τεύχος της Επιθεώρησης Τέχνης, με αφορμή το άρθρο του Μ.Μ. Παπαϊωάννου[3] «Φαινόμενα ακμής και παρακμής στη νεοελληνική ποίηση (Ε.Τ., τχ. 2, Φλεβάρης 1955, σ. 83-92), γραμμένο μάλιστα όπως σημειώνεται από το 1951, και με αφορμή την Ανθολογία Ποίησης του Ηρ. Αποστολίδη. Όπου, κατά τον Παπαϊωάννου, ανθολογήθηκε με 20 σελίδες ο Καβάφης και με μόλις 10 ο Κάλβος.

Στον ποταμό κατηγοριών του Παπαϊωάννου γίνεται έκδηλη η απλοϊκή σύλληψη περί στροφής στη στρατευμένη τέχνη που θα μεταμορφώσει την παρακμασμένη, ψυχικά άρρωστη, πεισιθάνατα  και σάπια αστική δημοκρατία σε σφριγηλή, όλο ζωή, «υγεία ομορφιά ανδρισμό» αισιοδοξία και ζωντάνια λαϊκή σοσιαλιστική κοινωνία. (Το επίθετο «λαϊκός» δεν πλεονάζει δίπλα στο «σοσιαλιστική», αφού η κύρια αιχμή της πολεμικής Παπαϊωάννου είναι «το τέρας των αστών, η λεγομένη γενιά του ’30 […] εικοσάρηδες και εικοσιπεντάρηδες που έγραψαν τα πρώτα τους έργα στις αμαξοστοιχίες των εξπρές και στα υπερωκεάνια γυρνώντας απ’ την Ευρώπη, που πριν προλάβουν να ανδρωθούν, να περάσουν τη εφηβεία τους, διαπίστωσαν πως δεν είχαν τίποτε άλλο να ζητήσουν παρά τη στείρα κυριαρχία τους, με την επίδειξη τεχνητού «ύφους» στη ζωή και στην τέχνη». Να σημειωθεί πως η γενιά του ’30 με ελάχιστες εξαιρέσεις ήταν μάλλον επιφυλακτική απέναντι στο φαινόμενο Καβάφη. Ενώ υπήρξαν εκπρόσωποί της από τον ακραίο επαναστάτη Νικόλαο Κάλα, μέχρι τους Εμπειρίκο και Ελύτη τουλάχιστον στον Χαμένο Ανθυπολοχαγό και το Άξιον Εστί με σαφή προοδευτικό προσανατολισμό.

Ενδεικτικό επίσης της εσωστρέφειας μεγάλης μερίδας της αριστεράς –που ως μύθος εξαίρεται ο διεθνισμός της, είναι ειρωνικές κρίσεις Παπαϊωάννου για τον κοσμοπολιτισμό της γενιάς του ’30. Ίσως να διευκόλυναν κάποιους τα υψωμένα τείχη και ο παρατεταμένος αποκλεισμός/εγκλεισμός της Αριστεράς στο περιθώριο.

Από τον λίβελο του Παπαϊωάννου δε γλίτωσαν και οι υπερρεαλιστές –παρά τη σαφή αριστερή τους θέση, την επίσημη προσχώρηση πολλών στα τέλη του 1929 στο ΚΚΓ, γεγονός που σφραγίζεται και με την έκδοση του περιοδικού "Ο Σουρρεαλισμός στην υπηρεσία της Επανάστασης" (Le Surrealisme au service de la Revolution), και τη στενή σχέση Μπρετόν-Τρότσκι. Ή μήπως γι’ αυτή την επαφή του Μπρετόν στο Μεξικό το 1938 και η πολεμική του Παπαϊωάννου; που συνεχίζει: «Φορτωμένοι με ελαττώματα του καλοθρεμμένου αστού, εκπρόσωποι ενός κόσμου στη δύση του, φέραν και ξάπλωσαν το πνεύμα της αργίας του αποτραβηγμένου ανθρώπου, του αθεράπευτα αρρωστημένου ψυχικά κόσμου, που δεν άργησε να κλειστεί στα καλούπια της σουρεαλιστικής και της παραισθητικής λογοτεχνίας».

Ακολουθούν πλήθος επιθέτων για τους εκπροσώπους της παρακμής που κατηγορούνται μαζί με τον Καβάφη για «εκλεκτισμό», λαγνεία: «να χαϊδέψει σε ώρα κορεσμού τ’ αβρά σώματα αρωματισμένων γυναικών»,  ή θεωρούν λυρισμό την ποίηση «του αδύναμου ατόμου, του μισάνθρωπου, του φυγόκοσμου». Απέναντι στον «ομαλό Σολωμό» έχουμε το αντίθετο του Καβάφη [τον ανώμαλο] που στρέφεται μονάχα στον εαυτό του, «πνεύμα του εγωιστικού ατόμου» «Όλα αυτά ισοδυναμούν με κατάργηση της τέχνης.»

Στη συλλογιστική μιας μεγάλης μερίδας της αριστεράς η τήρηση κανόνων μοναστικής ηθικής, οι καθαρές λέξεις, ο θετικός ήρωας, η απλή σαφής κατανοήσιμη τέχνη[4], το πηλοφόρι και το μυστρί, είναι το αποκλειστικό πλαίσιο που εντός του θα υψωθεί το σοσιαλρεαλιστικό τερατούργημα.

4. Αξίζει ωστόσο μια παρένθεση για να δούμε πως ένας σπουδαίος ποιητής, ο Γιάννης Ρίτσος, ερμηνεύει την πρωτοπρόσωπη αναφορά του Καβάφη, απαντώντας έμμεσα στον Παπαϊωάννου και εξαίροντας τον Καβάφη που, ο Ρίτσος, σ’ ένα απ’ τα ελάχιστα  δοκίμιά του (Ε.Τ., τχ. 5, Μάιος 1955), τον συσχετίζει με τον Ελυάρ: «Τα μοναχικά, τα ιδιαίτερα, τα ατομικά αισθήματα, δεν επιτρέπουν τη δυνατή φωνή. Γελοιοποιούνται μ’ αυτήν […] Ο Καβάφης τόξερε αυτό πολύ καλά γι αυτό κατόρθωσε να κρατήσει ένα αξιοθαύμαστο μέτρο με καθαρά υπολογισμένες αναλογίες, έτσι που να βαθαίνει η ποίησή του, κι έτσι που το χαμηλό να μη φαίνεται ποτέ χαμηλό, μα ορθό».

5. Επανερχόμαστε στις κρίσεις με τον Βάρναλη να κλείνει, προσωρινά, τον κύκλο των συζητήσεων μ’ ένα κείμενό του για τον Καβάφη (1957) που συμπεριελήφθη στον τόμο «Άνθρωποι». Ο Βάρναλης αφήνει αιχμή με αφορμή ακόμα και τη χρονολογία γέννησης του ποιητή το 1863 και όχι το 1868 που διέρρεε ο Καβάφης που «είχε τη γυναικεία αδυναμία να κρύβει τα χρόνια του […] Ηδονιστής, ωραιόπαθος, πολύ εγκεφαλικός, απαισιόδοξος κι ατομικιστής, […] θεωρούσε χρέος και δικαίωμά του “ν’ αφήνεται να πηγαίνει” στις ηδονές, να παραβαίνει όλα τα κοινωνικά veto, που τα θεωρούσε προορισμένα μονάχα για το μέσον όρο της ανθρώπινης μάζας. […] Ασεβής σε όλα από τη Μορφή ίσαμε την ουσία. Η τέχνη του ελαττωματική. Ο στίχος του έχει χασμωδίες, κακές τομές, περισσευούμενες συλλαβές και ρίμες ή καθόλου ή παρηχητικές ή ομοιοκαταληχτικές. Μουσικότητα καμιά. Η γλώσσα του ψεύτικη (κακή καθαρεύουσα ή κακή δημοτική), το λεξιλόγιό του φτωχό, χωρίς επίθετα, χωρίς σύνθετα, χωρίς παρομοιώσεις, χωρίς μεταφορές. Το περιεχόμενο αυτής της ποίησης είναι σχεδόν πάντα ένα επεισόδιο ιστορικό ή προσωπικό του ποιητή –κι αυτό το τελευταίο συχνά σε δεύτερο, ή τρίτο πρόσωπο, άρα απρόσωπο. Κι αυτό το επεισόδιο περιγράφεται ή σκηνοθετείται χωρίς λυρική έξαρση, χωρίς πάθος, με χρονογραφική ξηρότητα. Δε φαίνεται να βγαίνει από την καρδιά παρά από το μυαλό. Πώς λοιπόν μας συγκινεί; Γιατί φαίνεται μεν λυρική στο σχήμα, στο βάθος της όμως είναι δραματική». Η διορατικότητα και η βαθειά καλλιτεχνική του φύση υποχρεώνουν έστω και έμμεσα τον Βάρναλη να κάνει λόγο για καθολικότητα του δράματος, «δεν είναι δράμα ενός ήρωα αλλά ολάκερης της ανθρωπότητας», διεισδύοντας στην τέχνη του και ερμηνεύοντας την απήχησή του, παραδέχεται πως ο Αλεξανδρινός μιλά στους νικημένους της ζωής, περιγράφει την ανελέητη φθορά των πραγμάτων… Και για να είναι συνεπής με την ηθική κριτική παρά πολιτική καταδίκη, όπως εξελίσσεται, σημειώνει πως ο Καβάφης εκμεταλλεύεται τη γενικευμένη φθορά της αλεξανδρινής κοινωνίας μόνο και μόνο για να περάσει τη δικιά του αμαρτία!

Στον αντίποδα των απόψεων Μ. Μ. Παπαϊωάννου, αλλά με ιδιαίτερα συνεσταλμένο τρόπο και λόγω της ρετσινιάς του ως τροτσκιστή βρέθηκε η περίφημη λογοτεχνική/ιδεολογική πλατφόρμα του Μανόλη Λαμπρίδη στο τεύχος 7, Ιουλ. 1955, σελ. 29-42 της Ε.Τ.: «Il gran rifuto, Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης, και η παρακμή», χρησιμοποιώντας ως μοχλό πηγή επιχείρημα το σχετικό ποίημα του Καβάφη chefece [perviltate] ilgranrifiuto και φέτσε, που με τη σειρά του δανείζεται το σχετικό ποίημα από το ΙΙΙ μέρος, στίχοι  52-64 της Κόλασης του Δάντη: «…είδα και γνώρισα τον ίσκιο εκείνου που από δειλία είπε το όχι. Κατάλαβα αμέσως και ήμουν βέβαιος πως αυτό ήταν το τσούρμο των τιποτένιων που αποστρέφεται και ο Θεός και οι εχθροί του. Αυτοί οι κακόμοιροι, που ποτές τους δεν ήταν ζωντανοί...» [σ.σ. κατά τον Τίμο Μαλάνο ο Καβάφης παραλείπει το per viltate: από δειλία, για να δώσει καθολικότητα στο ποίημά του]

6. Με διαλεκτική μέθοδο προσεκτικός και σχεδόν αυστηρά περιορισμένος στα λογοτεχνικά ο Λαμπρίδης προσπαθεί να αποδείξει πως η ποίηση των Καβάφη, Καρυωτάκη, αλλά και Βάρναλη[5] δεν εκφράζει την ψυχολογία, την ηθική και την ιδεολογία μιας άρχουσας τάξης σε παρακμή και αποσύνθεση, που βλέπει να απειλούνται τα υλικά της συμφέροντα  και τη κυριαρχία της να κλονίζεται. Γιατί και οι τρεις απλώς ανήκουν και εκφράζουν αυτήν την παρακμή του κόσμου μέσα στον οποίο ζουν, δεν είναι όμως ποιητές/απολογητές της άρχουσας τάξης. προσθέτοντας και την παράμετρο του κοινωνικού πλαισίου καθώς στην εποχή που γράφονταν τα ποιήματα του Καβάφη δεν υπήρχαν προϋποθέσεις στράτευσης, αφού δεν υπήρχε οργανωμένη εργατική τάξη. Και λόγω αγγλικής κατοχής.

7. Κι ενώ ο Λαμπρίδης (προκειμένου να προσδώσει κοινωνική/ιδεολογική υπόσταση στην ποίηση του Καβάφη) επικαλείται το συγκεκριμένο ποίημα, επαινώντας το πρόταγμα του Καβάφη στο «Όχι»,

«Che fece .... il gran rifiuto»

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα

που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι

να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει

έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.

Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,

όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει

εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

…έρχεται ο Στρατής Τσίρκας «Οι περιστάσεις του μεγάλου Όχι» (Ε.Τ., τχ. 12, Δεκ. 1955) μέσω ιστορικών πραγματολογιών λεπτομερειών να αποδυναμώσει(;) τον Λαμπρίδη (που «μπέρδευε αντί να ξεκαθαρίζει το ζήτημα[6]») με το επιχείρημα «πως δε μας επιτρέπεται ν’ “ανακαλύπτουμε” σ’ ένα έργο τέχνης νοήματα που δεν τα θέλησε ο δημιουργός του» 

Παρότι ιδιαίτερα προσεκτικός έναντι των Αυγέρη-Μ. Μ. Παπαϊωάννου, με προτροπή του οποίου[7] συνέχισε και ολοκλήρωσε τις έρευνές του, δημοσιεύοντας τελικά τα δυο του βιβλία «Ο Καβάφης και η εποχή του» (1958) και «Ο πολιτικός Καβάφης» (Κέδρος 1971), ο Τσίρκας στην περιγραφική/ουδέτερη παρέμβασή του στην Ε.Τ. διαπιστώνει πως «από το ποίημα Κτίσται του 1891 ίσαμε το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον του 1911 ο κοινωνικός και καλλιτέχνης άνθρωπος-Καβάφης, σε στενή συμφωνία και συμμαχία κάμνουν έναν απελπισμένο, ιστορικά καταδικασμένο (και το ξέρουνε) αμυντικό αγώνα, ενάντια στον κίνδυνο της παρακμής και στο πνεύμα της παρακμής που τους πολιορκούνε από παντού μέσα στην Αλεξάνδρεια.» (“Ενδίδοντας” κι «ανοίγοντας τις πύλες της παρακμής» μετά το 1911). Άρα δικαιώνοντας τον Μ.Μ. Παπαϊωάννου.

Λεπτομέρεια: ο Γ. Σεφέρης χαρακτηρίζει (με αισθητικά προφανώς κριτήρια) το συγκεκριμένο ποίημα ως «το πιο εκλαϊκευμένο, τη μεγαλύτερη αποτυχία […] ο Καβάφης δεν προσέχει τις λέξεις του και αντιπαρατάσσει με κομπασμό και με κεφαλαία ένα “Μεγάλο Ναι” κι ένα “Μεγάλο Όχι”, χωρίς ειρμό και χωρίς υπόσταση[8].»  Η αποδοχή ωστόσο του ποιήματος από το κοινό αφήνει τον Σεφέρη αδικαίωτο. 

8. Πριν την παρέμβαση Τσίρκα που προτάξαμε, στο τεύχος 8, της Ε.Τ., (Αυγ. 1955, σ. 120-125), σπεύδει λάβρος ο «ανανεωτικός» Τάσος Βουρνάς, «Φαινόμενα “Διαλεκτικού” εκλεκτικισμού, Ο κ. Μανόλης Λαμπρίδης και η παρακμή», κατηγορώντας τον Λαμπρίδη για δεξιά παρέκκλιση, για «μικροαστικό διαλεκτικό εκλεκτικό». Ο μετέπειτα ιστορικός του ΚΚΕ εσωτ. σημειώνει μεταξύ πολλών άλλων ότι η ομοφυλοφιλία είναι «ανωμαλία/εκτροπή και “άνθος” του αστικού πολιτισμού» που κοντεύει να εξαφανιστεί εντελώς στις σοσιαλιστικές χώρες, «αν δεν εξαφανίστηκε κιόλας»! Σχετικές μελέτες στην ΕΣΣΔ, κατά τον Βουρνά, «απόδειξαν πως τα 90% των περιπτώσεων είχαν τις ρίζες τους σε κοινωνικά αίτια (σ.σ. δηλ. υποπροϊόντα του καπιταλισμού) και όχι σε βιολογικά –ψυχικά».

Στην περίπτωση μάλιστα του Καβάφη, συνεχίζει ο Βουρνάς, όπου η σεξουαλική διαστροφή αποτελεί το υπόστρωμα των ιδεών του, την αφετηρία της μόνωσής του και του μηχανισμού της σκέψης του τα πράγματα δίνονται ακόμα πιο δύσκολα και πολύπλοκα. […] Οι εικόνες της ομαδικής εξαχρείωσης του κοινωνικού που μας δίνει ο Καβάφης δεν είναι άμεσες. Τυλίγονται επιμελέστατα σ’ ένα σάβανο ιστορισμού […] είναι τόσο μπόσικα τα περιθώρια που αφήνει ώστε να μπορεί ο καθένας, ανάλογα με την ποιότητα της νοητικής του δεκτικότητας και της τοποθέτησής του «στων ιδεών την πάλη» να βλέπει στην ίδια περίπτωση τον τυχοδιώκτη, τον αναχωρητή, τον μηδενιστή, κι ό,τι άλλο επιθυμεί η ψυχή του. […] ακριβώς γιατί δεν έχει συγκεκριμένη ιδεολογία.  

9. Για να διαπιστωθεί ο τραγέλαφος, μέσω όσων προσπαθώ να τεκμηριώσω, σχετικά με σχετικότητα των όρων «ανανεωτική» ή μη αριστερά και τις στοιχίσεις της θα επανέλθω στον τόμο «Ο Καβάφης και η εποχή του» του 1958 όπου ο Στρατής Τσίρκας σημειώνει μεταξύ άλλων για τη συγκεκριμένη παρέμβαση του Βουρνά: «…ο κριτικός κ. Τάσος Βουρνάς απαντούσε στον κ. Μ. Λαμπρίδη και του έλεγε κάμποσα πολύ εύστοχα πράγματα. Έβρισκε ωστόσο βάσιμη την υποψία ότι ολόκληρος ο χρωματισμός του έργου του Καβάφη ελάχιστη σχέση έχει με την καθημερινή ζωή του εμπορομεσιτικού μπεζαχτά της αιγυπτιώτικης παροικίας» (σ. 20-22). (Δεν είναι επομένως η παρακμή της κοινωνίας, κατά τον Τσίρκα, αλλά η προσωπική του παρακμή που περνά ο Καβάφης μέσα στα ποιήματά του) 

10. Η συνέχεια των παρεμβάσεων με τους Μάρκο Αυγέρη[9] «Ο πεσιμισμός στην ελληνική ποίηση (Καβάφης, Καρυωτάκης, Βάρναλης)», (Ε.Τ., τχ. 13, Ιανουαρ. 1956, σ. 4-17), Μ. Μ. Παπαϊωάννου, «Φαινόμενα ακμής και παρακμής στη νεοελληνική ποίηση ΙΙΙ (Ε.Τ., τχ. 15, Μάρτιος 1956, σελ. 209-219), αλλά και κείμενα που ήρθαν στο φως με αφορμή το βιβλίο του Τσίρκα (Κ. Πορφύρης «Συμπτώματα πνευματικού ησυχασμού», Η Αυγή, 14.11.1958), Νικηφόρος Βρεττάκος, εφ. Ανεξάρτητος τύπος, 3.10.1958), περί τον ίδιο πάνω κάτω άξονα, αποσπασματικό, συχνά αντιφατικό, φιλολογικά ασαφή και ερμαφρόδιτο ιδεολογικά –θα τον χαρακτήριζα ιδεολογικό σχολαστικισμό, (αφού οι πάντες στριφογυρνούσαν στο ρινγκ δίχως ν’ αποφασίζουν να δώσουν το τελικό χτύπημα στον αντίπαλο), μπορεί απλουστευτικά να διαμόρφωσε δύο στρατόπεδα, ή να εισπράχτηκε από τους επιγόνους ως διαμάχη ανανεωτικών/δογματικών, αποτύπωσε ωστόσο την τυφλή δίχως ουσία αντιπαράθεση. Για ένα πουκάμισο αδειανό. (Και μόνο οι συγγενείς, διακομματικά, αντιδράσεις: διαγραφές, νομενκλατούρα, πρωινοί καφέδες και βραδινές ίντριγκες, σταυροδοσίες, ηγετικές ομάδες, απουσία συλλογικών διαδικασιών, όλων ανεξαίρετα των αριστερών σχηματισμών, στη διάρκεια μάλιστα της μεταπολίτευσης, κι όχι σε ψυχροπολεμικές περιόδους, αποδεικνύει την ήττα μας).

11. Ίσως κάποιοι σπεύσουν να αξιολογήσουν τις επιμέρους παρεμβάσεις ως συμβολή σε μια γενικότερη ανανέωση και εκσυγχρονισμό της αριστερής πολιτικής σκέψης. Ο μόνος ίσως που εμμένει ν’ ανοίγει ρωγμές είναι ο Λαμπρίδης[10] με τη στήριξη του Μανόλη Αναγνωστάκη (και μέσω του περιοδικού Κριτική). Τον Αναγνωστάκη θα κατακεραυνώσει αργότερα ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου με σκαιό τρόπο.

Να αιτιολογήσω το αδειανό πουκάμισο: ο Μ. Παπαϊωάννου αισθάνεται δικαιωμένος που χάρη σ’ αυτόν ο Στρατής Τσίρκας απολύμανε/έδωσε αριστερό άλλοθι  σ τον Καβάφη που πλέον «κατατάσσεται στην πρώτη πεντάδα ή εξάδα της νεώτερης ποίησής μας». Ο Βουρνάς αποφαίνεται πως ο Καβάφης «δέχτηκε ισχυρή την επίδραση του κοινωνικού του περίγυρου». Ο Τσίρκας, στενός φίλος και προστατευόμενος των Παπαϊωάννου Βουρνά, που θα διαγραφεί από την οργάνωση Αιγυπτιωτών τρία χρόνια αργότερα εξ αιτίας του πρώτου τόμου της Τριλογίας του («Λέσχη»), με τον παραφορτωμένο Κοινωνικό Καβάφη, (όπως και αργότερα με τον «Πολιτικό»), δυο βιβλία δίχως αιχμή, τάξη και μέθοδο, κατάφερε να προσθέσει στο πάνθεον της αριστεράς έναν ακόμα καλλιτέχνη. Ο Πατρίκιος θα αφήσει αιχμές για τροτσκισμό σε βάρος του Λαμπρίδη, ο Κουλουφάκος δε θα θελήσει να εμπλακεί κρατώντας αποστάσεις ιδεολογικής ασφαλείας, ο Αυγέρης εξηγεί πως «η αντίληψη ότι ή τέχνη είναι αυτόνομη, μπορεί να δώσει αφορμή σε παρανοήσεις» αφού […] «οι πρωτοπορίες χωρίς αντικειμενική βάση, χωρίς το λαό […] οδηγούν στον ιδεαλισμό»[11], ενώ τέλος ο Κώστας Βάρναλης στο προλογικό του σημείωμά στο αφιέρωμα της Ε.Τ. στον Καβάφη (τχ. 108, Δεκέμβριος 1963, σε επιμέλεια Στρατή Τσίρκα και συνεργασίες των Σαββίδη, Βρεττάκου, Αναγνωστάκη, Κ. Πορφύρη, E. M. Forster, W. H. Auden, κ.α.), καυτηριάζει τον πνευματικό κόσμο της Ελλάδας που άργησε «να τιμήσει “δημοσία” κι επίσημα το μεγάλο Αλεξαντρινό Ποιητή. […] Μ’ ευχαρίστησή μου δέχτηκα το χρέος να προλογίσω εγώ την σημερινή γιορτή. Αλλά και με κάποιο φόβο: μες τα λίγα λεφτά της ομιλίας μου[12] δε θα μπορέσει ο θαυμασμός μου να φτάσει το μέγεθος της ποιητικής αξίας του Καβάφη.» 

12. Όσα προηγήθηκαν, έστω και υπερτιμημένα, κι έφτασαν στις μέρες μας ως απόηχος μιας διαμάχης ανανεωτικών-δογματικών είναι αμφίβολο πια αν θα ’χουν στο μέλλον το παραμικρό ενδιαφέρον. Είτε γιατί η αριστερά (όχι απλώς έσπασε αλλά τίναξε στον αέρα τα τείχη της) εκσυγχρονίστηκε και εναρμονίστηκε, μετά και την κατάρρευση του υπαρκτού, προς την τρέχουσα πολιτική ηθική της επικοινωνίας και την αισθητική των τηλεοπτικών παραθύρων και πάνελ της γνωστής ατάκας «αφήστε να ολοκληρώσω, εγώ δε σας διέκοψα», είτε γιατί το διακύβευμα της επιβίωσής μας σε ένα καπιταλιστικό σύστημα αποδεικνύεται ισχυρότερο, (και λιγότερο διαχρονικό απ’ όσο φανταζόμασταν), των ανέφικτων ονείρων ανατροπής του. Άρα τι να την κάνεις την τέχνη όταν έχεις την πολιτική και τον ηγέτη-πατερούλη. (Και δεν εννοώ μόνο τον Στάλιν).

13. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός και η στρατευμένη τέχνη απομυθοποιήθηκαν /περιθωριοποιήθηκαν/έπαψαν να απασχολούν. Όχι επειδή επικράτησε η μια ή άλλη ομάδα. Απλούστατα βρέθηκαν εκτός μόδας/κοινωνίας. Το ματς δηλαδή ανανεωτικών-δογματικών έληξε ισόπαλο χωρίς τέρματα. Κι αυτό αποτυπώνεται/χρεώνεται διακομματικά στην αριστερά. Που εξακολουθεί να απαξιώνει, όχι δια πράξεων αλλά δια παραλείψεων/αδιαφορίας, την τέχνη.

14. Η παιδεία, εγκύκλιος και καλλιτεχνική, δεν αποτελεί πλέον για την Αριστερά προϋπόθεση κοινωνικής ανατροπής και βήμα για μια προοδευτική φυγή. Γι’ αυτό πλέον η τέχνη (με έμφαση στη λογοτεχνία) δεν αφορά/μήτε θα γίνει τελικά κτήμα του λαού, αλλά προνομιακό πεδίο επιστημονικής/επαγγελματικής ενασχόλησης εξειδικευμένων ομάδων, συνήθως Πανεπιστημιακών που με τη σειρά τους θα οργανώνουν συμμαχίες όχι με ιδεολογικά κριτήρια, αλλά με γνώμονα την προσωπική αναρρίχηση/επικράτηση. Κι από την άποψη αυτή οι μηχανισμοί του Μεγάρου ή του Λαμπράκη είναι αποτελεσματικότεροι περιφερειακών φιλολογικών αντιθέσεων με ιδεολογικό ή μη φορτίο.

15. Τα όσα προηγήθηκαν ας κατατεθούν ως μνημόσυνο σε μια εποχή που τέλειωσε οριστικά χωρίς να διαφαίνεται τι θα την αντικαταστήσει.

 

Παρουσίαση του Κώστα Κρεμμύδα στο διήμερο αφιέρωμα
του Μετώπου Αλληλεγγύης και Αναφοράς στον Καβάφη. 
Ο Κώστας Κρεμμύδας είναι ποιητής,
εκδότης του περιοδικού Μανδραγόρας.



[1]εφ. Τηλέγραφος, Αλεξάνδρεια, 9/21 Απριλίου 1893: Οι Κύπριοι δεν ελησμόνησαν τας υποσχέσεις ταύτας τας ουδέποτε πραγματοποιηθείσας. Η βαρεία φορολογία των Τούρκων αντί να ελαττωθεί ηυξήθη […], προτείνοντας μεταξύ άλλων την παραχώρηση της νήσου στην Ελλάδα έναντι αποζημιώσεως των Άγγλων: «Οι Κύπριοι ειλικρινώς πιστεύουσιν ότι η Αγγλία θα δείξη επιτέλους προς αυτούς την γενναιοφροσύνην ην έδειξε προς τους αδελφούς των εν ταις Ιονίοις νήσους, και ότι η πατρίς των θα δοθεί εις το έθνος προς ο είναι τόσον στενός συνδεδεμένη δια των δεσμών της καταγωγής, των παραδόσεων, της θρησκείας, της γλώσσης, και των εθνικών πόθων και ελπίδων. […] Ας ελπίσωμεν ότι μίαν» ημέραν οι πόθοι των Κυπρίων, ή ορθότερον οι πόθοι των Ελλήνων όλων περί ενώσεως της νήσου μετά του Ελληνικού Βασιλείου θα εκλπηρωθώσιν. […] Η Κύπρος ήτις δια την Ελλάδα είναι μέγα βήμα προς τα πρόσω, δια την Αγγλίαν είναι βάρος, είναι δυσκολία τις, είναι φροντίδων….».

[2] Δύο άρθρα που έγραψε ο Καβάφης το 1891, και δημοσιεύθηκαν στην Νέα Εστία τχ. 780, 1η Ιανουαρίου 1960, σ. 15-18, και ένα τρίτο που δημοσιεύθηκε στο αρχαιολογικό περιοδικό της Αλεξάνδρειας RivistaQuindicinale, 10 Απριλίου 1891, σ. 60-61. Βλ. Στρατή Τσίρκα «Ο πολιτικός Καβάφης», σ. 151-155.

[3]Λάρισα 1912-Αθήνα 1995, συνεργάτης Αυγής (1952-57), αυτοεξόριστος στο Παρίσι στη διάρκεια της δικτατορίας του 1967, συνεργάτης στη μεταπολίτευση του Ριζοσπάστη (1975-1981). Εξέδωσαν με τους Μ. Αυγέρη, Β. Ρώτα και Θρ. Σταύρου την πεντάτομη «Ελληνική Ποίηση ανθολογημένη 1958-1961», που ξεσήκωσε επίσης διαμαρτυρίες. Συνδεόταν στενά με τον Στρατή Τσίρκα, όπως προκύπτει και από το αρχείο της αλληλογραφίας τους στο Αρχείο του στο ΕΛΙΑ: γράμματα από τον Τσίρκα (1950-1963) και προς τον Τσίρκα (1958-1971), αλλά και επιστολές τρίτων που συνδέονται με τον Τσίρκα.

[4] Αν ο Σοσιαλιστικός ρεαλισμός είναι «η πιστή (αληθινή) απεικόνιση της πραγματικότητας μέσα στο κοινωνικό εξελικτικό της γίγνεσθαι» -η πραγματικότητα αυτή δεν είναι ούτε στατική, ούτε μονοσήμαντη, ούτε άμεσα χειροπιαστή. Όπως λέει ο Λούκατς «Η πραγματική Διαλεκτική της Ουσίας και του Φαινομένου έγκειται στο ότι και τα δυο (Ουσία και Φαινόμενο), είναι εξίσου στοιχεία της αντικειμενικής πραγματικότητα, και τα δυο είναι προϊόντα της πραγματικότητας κι όχι απλώς της ανθρώπινης συνείδησης […] η πραγματικότητα έχει ποίκιλλες βαθμίδες….» Αυτό σημαίνει βαθύτερα ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιθανόν να μη καθίσταται και άμεσα αισθητή ως τέτοια. Ο γνήσιος καλλιτέχνης που αποκαλύπτει αυτές τις μυστικές πτυχές της, είναι δυνατόν να «πείσει» αισθητικά τον αναγνώστη, αλλά κοινωνικά, βιωματικά να μην τον πείσει. Μανόλης Αναγνωστάκης, Προβλήματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, Ε.Τ., τχ. 29, Μάιος 1957, σελ. 440-444.

[5] Ο Λαμπρίδης κατηγορήθηκε από τον Μ .Μ. Παπαϊωάννου για «ανάθεμα» κατά του Βάρναλη επιχειρώντας σκοπίμως να τον ταυτίσει με τους δυο άλλους «παρακμίες» ποιητές Καβάφη Καρυωτάκη. (Φαινόμενα ακμής και παρακμής στη Νεοελληνική ποίηση, ΙΙΙ, Ε.Τ., τχ. 15, Μάρτιος 1956, σ. 209-219). Στο αφιέρωμα μάλιστα της Ε.Τ. για τον Βάρναλη (τχ. 26, Φεβρουάριος 1957) «είδα να εμφανίζομαι από τους μελετητές περίπου ως ο υπ’ αριθμ. 1 αρνητής, εχθρός και διαστρεβλωτής του Βάρναλη.» Μ. Λαμπρίδης, «Και πάλι περί Βάρναλη, Καβάφη, κλπ», Ε.Τ., τχ. 31, Ιούλιος 1957, σ. 50-51. 

[6] σ. 21, Στρατή Τσίρκα «Ο Καβάφης και η εποχή του».

[7] σ. 209, Μ. Μ. Παπαϊωάννου Ε.Τ. τχ. 15: «Η κριτική μου έκανε τον Στρατή Τσίρκα να καταπιαστεί μια ώρα αρχύτερα με τη μελέτη του Καβάφη». 

[8] Γ. Σ. «Κ. Π. Καβάφης και  Θ. Σ. Έλιοτ παράλληλοι, Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, Ιούνιος 1947, σελ. 42

[9] Ο Αυγέρης θεωρεί πως η παρακμή εκπηγάζει από τον Καβάφη και δεν απηχεί την παροικία της Αιγύπτου που όπως και η αστική τάξη στην Ελλάδα «δε δείχνουν φανερά σημάδια παρακμής κοντά στις αρχές του 20ου αιώνα. Ίσα ίσα τότε ο ελληνικός αστισμός βρίσκεται στο δρόμο της ανόδου…».

[10] «Η αντικειμενικότητα του έργου τέχνης», μια συζήτηση που ξεκίνησε και πάλι με πρωτοβουλία του Μανόλη Λαμπρίδη στην Ε.Τ., τχ. 20, Αύγουστος 1956, σ. 125-131, και συνεχίστηκε από τους Λάμπρο Σκλαβούνο, (Ε.Τ. τχ. 22, Οκτωβ. 1956, σε. 324-327) και Μανόλη Αναγνωστάκη (Ε.Τ. τχ. 23-24, Νοεμ.-Δεκ. 1956, σελ. 454-458), Προβλήματα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, Ε.Τ., τχ. 29, Μάιος 1957, σελ. 440-444.

[11] Μάρκος Αυγέρης, ο.π. σ. 16.

[12]Το κείμενο εκφωνήθηκε αρχικά στο θέατρο Παπά, την 1η Δεκεμβρίου 1963, στην τιμητική εκδήλωση της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών για τον Καβάφη. 

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή