english

Αποσπάσματα από το "Τι να κάνουμε": Για την πολιτική, τον πολιτικό αγώνα και το αυθόρμητο

Αποσπάσματα από το "Τι να κάνουμε": Για την πολιτική, τον πολιτικό αγώνα και το αυθόρμητο

Το antapocrisis.gr δημοσιεύει αποσπάσματα από το έργο του Β.Ι.Λένιν “Τι να κάνουμε” σχετικά με την αναγκαιότητα του πολιτικού αγώνα. Ένα και πλέον αιώνα μετά, οι επισημάνσεις του Λένιν έχουν σημασία καθώς θέτουν τον διακριτό ιστορικό ρόλο των πολιτικών υποκειμένων και τη σχέση τους με τις αυθόρμητες κοινωνικές εκρήξεις και τα ξεσπάσματα του λαού.

σελ 54-55

...Υπάρχει πολιτική και πολιτική. Έτσι βλέπουμε ότι και όσον αφορά τον πολιτικό αγώνα η “Ραμπότσαγια Μισλ” δεν είναι τόσο υπέρ της άρνησης του αγώνα αυτού όσο υπέρ της υπόκλισης μπρος στο αυθόρμητο, μπρος στην έλλειψη συνειδητότητας του αγώνα αυτού. Η “Ραμπότσαγια Μισλ”, ενώ αναγνωρίζει πέρα για πέρα τον πολιτικό αγώνα που γεννιέται αυθόρμητα μέσα από το ίδιο το εργατικό κίνημα (θα ήταν πιο σωστό να πούμε: τις πολιτικές επιθυμίες και απαιτήσεις των εργατών), παραιτείται ολότελα από την αυτοτελή χάραξη μιας ιδιαίτερης σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, που ν' ανταποκρίνεται στα γενικά καθήκοντα του σοσιαλισμού και στις σύγχρονες ρωσικές συνθήκες....

σελ. 60-64

...Το ζήτημα όμως είναι ότι, ενώ το “Ραμπότσεγε Ντιέλο” πάσχει το ίδιο από την αρρώστια που την ονομάσαμε υπόκλιση μπροστά στο αυθόρμητο, δε θέλει να παραδεχτεί κανένα “σύστημα θεραπείας” γι' αυτή την αρρώστια. Γι' αυτό το λόγο έκανε την αξιοσημείωτη ανακάλυψη ότι “η τακτική – σχέδιο αντιφάσκει στο βασικό πνεύμα του μαρξισμού”, ότι η τακτική είναι “ένα προτσές ανάπτυξης των κομματικών καθηκόντων, που μεγαλώνουν μαζί με το κόμμα”. Το τελευταίο αυτό απόφθεγμα έχει όλες τις πιθανότητες να γίνει διάσημο απόφθεγμα, αθάνατο μνημείο της “κατεύθυνσης” του “Ραμπότσεγε Ντιέλο”. Στο ερώτημα “που να πάμε;”, ένα καθοδηγητικό όργανο απαντά: κίνηση είναι το προτσές αλλαγής της απόστασης ανάμεσα στο σημείο αφετηρίας και στα επόμενα σημεία της κίνησης. Το αμίμητο αυτό δείγμα βαθύνοιας δεν είναι ωστόσο παραδοξολογία (αν ήταν έτσι δεν θα άξιζε τον κόπο να σταθούμε ιδιαίτερα σ' αυτό το σημείο), αλλά και το πρόγραμμα μιας ολόκληρης κατεύθυνσης, και συγκεκριμένα το ίδιο το πρόγραμμα που ο Ρ.Μ. (στο “Χωριστό παράρτημα της Ραμπότσαγια Μισλ”) το διατύπωσε με τα λόγια: ευπρόσδεκτος είναι εκείνος ο αγώνας που μπορεί να γίνει, και μπορεί να γίνει ο αγώνας που διεξάγεται στη δοσμένη στιγμή. Αυτή ακριβώς είναι η κατεύθυνση του απεριόριστου οπορτουνισμού, που προσαρμόζεται παθητικά στο αυθόρμητο.

“Η τακτική – σχέδιο αντιφάσκει προς το βασικό πνεύμα του μαρξισμού!”. Μα αυτό είναι συκοφαντία σε βάρος του μαρξισμού, είναι η ίδια εκείνη γελοιογραφία του μαρξισμού, που μας αντιπαρέτασσαν οι ναρόντνικοι όταν μας πολεμούσαν. Αυτό σημαίνει ότι μειώνεις την πρωτοβουλία και την ενεργητικότητα των συνειδητών αγωνιστών, ενώ αντίθετα ο μαρξισμός δίνει γιγάντια ώθηση στην πρωτοβουλία και στην ενεργητικότητα του σοσιαλδημοκράτη, ανοίγοντάς του τις πιο πλατιές προοπτικές και θέτοντας (αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι) στη διάθεσή του τις ισχυρές δυνάμεις των εκατομμυρίων της εργατικής τάξης που ξεσηκώνεται “αυθόρμητα” στον αγώνα! Όλη η ιστορία της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας είναι γεμάτη σχέδια που πρότεινε πότε ο ένας και πότε ο άλλος πολιτικός ηγέτης, σχέδια που δικαιώνουν την διορατικότητα και την ορθότητα των πολιτικών και των οργανωτικών απόψεων του ενός ή αποκαλύπτουν τη μυωπία και τα πολιτικά λάθη του άλλου. Όταν η Γερμανία πέρασε μια από τις μεγαλύτερες καμπές της ιστορίας της – σχηματισμός της αυτοκρατορίας, σύγκληση του ράιχσταγ, παραχώρηση του καθολικού εκλογικού δικαιώματος – ένα σχέδιο σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής και δουλειάς είχε ο Λήμπκνεχτ και ένα άλλο ο Σβάιτσερ. Όταν έπεσε στα κεφάλια των γερμανών σοσιαλιστών ο έκτακτος νόμος, ένα σχέδιο είχαν ο Μοστ και ο Χάσσελμαν, που ήταν έτοιμοι να να ζητήσουν αμέσως την χρησιμοποίηση βίας και τρομοκρατίας, ένα δεύτερο είχαν ο Χέχμπεργκ, ο Σραμ και (εν μέρει) ο Μπέρνσταϊν, που είχαν αρχίσει κιόλας να κηρύχνουν στους σοσιαλδημοκράτες πως με την παράλογη ορμητικότητα και επαναστατικότητά τους αυτοί προκάλεσαν το νόμο και πρέπει τώρα με την υποδειγματική αγωγή τους να γίνουν άξιοι συγχώρεσης. Υπήρχε και ένα τρίτο σχέδιο, που προτάθηκε από κείνους που προετοίμασαν και πραγματοποίησαν την έκδοση ενός παράνομου οργάνου. Όταν κάνεις αναδρομή στο παρελθόν, πολλά χρόνια ύστερα από το τέλος του αγώνα για την εκλογή του δρόμου που έπρεπε να ακολουθηθεί, κι όταν πια η ιστορία έχει βγάλει την τελική της απόφαση για την ορθότητα του δρόμου που εκλέχτηκε, δεν είναι βέβαια δύσκολο να εκφέρεις βαθυστόχαστα αποφθέγματα για αύξηση των κομματικών καθηκόντων που μεγαλώνουν μαζί με το κόμμα. Σε στιγμές όμως σύγχυσης, όταν οι ρώσοι “κριτικοί” και “οικονομιστές” υποβιβάζουν την σοσιαλδημοκρατία ως το επίπεδο του τρειντ-γιουνιονισμού και οι τρομοκράτες συνηγορούν εντατικά υπέρ της αποδοχής μιας “τακτικής – σχεδίου” που επαναλαμβάνει τα παλιά λάθη, σε τέτοιες στιγμές το να περιορίζεσαι σε παρόμοια βαθυστόχαστη σκέψη σημαίνει ότι δίνεις στον εαυτό σου “πιστοποιητικό απορίας”. Σε στιγμές που πολλοί ρώσοι σοσιαλδημοκράτες πάσχουν κυρίως από έλλειψη πρωτοβουλίας και ενεργητικότητας, από έλλειψη “ευρύτητας πολιτικής προπαγάνδας, ζύμωσης και οργάνωσης”, από έλλειψη “σχεδίων” για πλατύτερη οργάνωση της επαναστατικής δουλειάς, το να λες σε τέτοιες στιγμές ότι “η τακτική – σχέδιο αντιφάσκει στο βασικό πνεύμα του μαρξισμού” σημαίνει όχι μόνο ότι θεωρητικά εκχυδαίζεις τον μαρξισμό, αλλά και ότι πρακτικά τραβάς το κόμμα προς τα πίσω.

Το καθήκον του επαναστάτη σοσιαλδημοκράτη – μας διδάσκει παρακάτω το “Ραμπότσεγε Ντιέλο” - είναι απλώς να επιταχύνει με τη συνειδητή δουλειά του την αντικειμενική εξέλιξη, κι όχι να την καταργεί ή να την αντικαθιστά με υποκειμενικά σχέδια. Θεωρητικά η “Ίσκρα” τα ξέρει όλα αυτά. Η τεράστια όμως σημασία που ο μαρξισμός αποδίδει με το δίκιο του στη συνειδητή επαναστατική δουλειά, την παρασύρει στην πράξη, λόγω της δογματικής της άποψης για την τακτική, στην υποτίμηση της σημασίας του αντικειμενικού ή του αυθόρμητου στοιχείου εξέλιξης”

Και πάλι έχουμε ένα δείγμα άκρας θεωρητικής σύγχυσης του κ.Β.Β. και της παρέας του. Θα ρωτούσαμε το φιλόσοφό μας: πως μπορεί να εκφραστεί η “υποτίμηση” της αντικειμενικής εξέλιξης από ένα συντάκτη υποκειμενικών σχεδίων; Προφανώς με το ότι του διαφεύγει το γεγονός ότι η αντικειμενική αυτή εξέλιξη δημιουργεί ή δυναμώνει, χαντακώνει ή εξασθενεί τις τάδε τάξεις, στρώματα, ομάδες, τα τάδε έθνη, ομάδες εθνών κτλ, κι έτσι προκαλεί τούτη η εκείνη τη διεθνή πολιτική διάταξη δυνάμεων, τούτη ή εκείνη τη θέση των επαναστατικών κομμάτων κτλ. Τότε όμως το φταίξιμο αυτού του συντάκτη δε θα είναι ότι υποτιμά το αυθόρμητο στοιχείο, αλλά αντίθετα ότι υποτιμά το συνειδητό στοιχείο, γιατί δεν έχει αρκετή “συνειδητότητα” για να κατανοήσει σωστά την αντικειμενική εξέλιξη. Γι' αυτό το λόγο και μόνο η συζήτηση για την “εκτίμηση της σχετικής σημασίας” του αυθόρμητου και του συνειδητού αποκαλύπτει πλήρη έλλειψη “συνειδητότητας”. Αν ορισμένα “αυθόρμητα στοιχεία εξέλιξης” μπορεί γενικά να τα συλλάβει η ανθρώπινη συνείδηση, τότε μια λαθεμένη εκτίμησή τους θα ισοδυναμούσε με “υποτίμηση του συνειδητού στοιχείου”. Αν όμως δεν μπορεί να τα συλλάβει η συνείδηση, τότε δεν υα ξέρουμε και δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτά. Τι μας ψέλνει λοιπόν ο Μπ.Κριτσέβσκι; Αν βρίσκει λαθεμένα τα “υποκειμενικά σχέδια” της “Ίσκρα” (και πραγματικά τα χαρακτηρίζει λαθεμένα), τότε θα πρέπει να δείξει ποια ακριβώς αντικειμενικά γεγονότα αγνοούνται σ'αυτά τα σχέδια και ύστερα να κατηγορήσει την “Ίσκρα” ότι εξαιτίας της άγνοιας της αυτής δεν έχει αρκετή συνειδητότητα, ότι “υποτιμά το συνειδητό στοιχείο”, για να χρησιμοποιήσουμε την έκφρασή του. Αν όμως, αυτός ο ανικανοποίητος από τα υποκειμενικά σχέδια δεν έχει άλλα επιχειρήματα εκτός από το να επικαλείται την “υποτίμηση του αυθόρμητου στοιχείου” (!!), μας δείχνει μόνο ότι (1) θεωρητικά καταλαβαίνει το μαρξισμό a la Καρέγεφ και Μιχαηλόβσκι, που αρκετά τους έχει ειρωνευτεί ο Μπέλτοφ, και (2) πρακτικά είναι πέρα για πέρα ευχαριστημένος από τα “αυθόρμητα εκείνα στοιχεία εξέλιξης”, που τράβηξαν τους νόμιμους μαρξιστές μας στον μπερνταϊνισμό και τους σοσιαλδημοκράτες μας στον “οικονομισμό” και ότι είναι “καταγανακτισμένος” με τους ανθρώπους που αποφάσισαν ν' αποτραβήξουν με κάθε θυσία τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία από το δρόμο της “αυθόρμητης” εξέλιξης

σελ. 66-67

...Έτσι λοιπόν πειστήκαμε ότι το βασικό λάθος που έκανε η “νέα κατεύθυνση” στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία είναι ότι υποτάσσεται στο αυθόρμητο και δεν είναι σε θέση να κατανοήσει το γεγονός ότι το αυθόρμητο των μαζών απαιτεί από εμάς τους σοσιαλδημοκράτες πολύ μεγάλη συνειδητότητα. Όσο μεγαλύτερη είναι η αυθόρμητη άνοδος των μαζών, όσο πλατύτερο γίνεται το κίνημα, τόσο πιο γρήγορα, ασύγκριτα πιο γρήγορα, μεγαλώνει η απαίτηση για μεγαλύτερη συνειδητότητα και στη θεωρητική και στην πολιτική και στην οργανωτική δουλειά της σοσιαλδημοκρατίας.

Η αυθόρμητη άνοδος των μαζών στη Ρωσία γινόταν (κι εξακολουθεί να γίνεται) με τέτοια ταχύτητα, ώστε η σοσιαλδημοκρατική νεολαία βρέθηκε απροετοίμαστη για την εκπλήρωση αυτών των γιγάντιων καθηκόντων. Αυτή η έλλειψη προετοιμασίας είναι το γενικό ατύχημα, το ατύχημα όλων των ρώσων σοσιαλδημοκρατών. Η άνοδος των μαζών προχωρούσε και πλάταινε αδιάκοπα και εξακολουθητικά, όχι μονάχα δεν σταματούσε εκεί που είχε αρχίσει, αλλά και αγκάλιαζε καινούργιες περιοχές και καινούργια στρώματα του πληθυσμού (κάτω από την επίδραση του εργατικού κινήματος είχαμε μια αναζωπύρωση του αναβρασμού μέσα στη σπουδάζουσα νεολαία, στη διανόηση γενικά, ακόμα και μέσα στην αγροτιά). Οι επαναστάτες όμως έμειναν πίσω απ' αυτή την άνοδο και στις “θεωρίες” τους και στη δράση τους, δεν κατόρθωναν να δημιουργήσουν μια μόνιμη οργάνωση με συνέχεια, ικανή να καθοδηγεί όλο το κίνημα.

Στο πρώτο κεφάλαιο διαπιστώσαμε ότι το “Ραμπότσεγε Ντιέλο” υποβιβάζει τα θεωρητικά μας καθήκοντα και επαναλαμβάνει “αυθόρμητα” το σύνθημα της μόδας “ελευθερία κριτικής”: αυτοί που το επαναλάμβαναν δεν είχαν αρκετή “συνειδητότητα” για να καταλάβουν τη διαμετρική αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στις θέσεις των “κριτικών” οπορτουνιστών και των επαναστατών στη Γερμανία και στη Ρωσία.

Στα παρακάτω κεφάλαια θα εξετάσουμε πώς εκδηλωνόταν η υποταγή αυτή στο αυθόρμητο, στον τομέα των πολιτικών καθηκόντων και στην οργανωτική δουλειά της σοσιαλδημοκρατίας...

σελ. 71-72

...Οι αποκαλύψεις αυτές μπορούσαν να γίνουν (με τον όρο ότι θα τις χρησιμοποιούσε ως έναν ορισμένο βαθμό η οργάνωση των επαναστατών) το ξεκίνημα και το συστατικό μέρος της σοσιαλδημοκρατικής δράσης, μπορούσαν όμως επίσης να οδηγήσουν (και σε περίπτωση υπόκλισης μπροστά στο αυθόρμητο δεν μπορούσαν παρά να οδηγήσουν) σε έναν αγώνα “μόνο συνδικαλιστικό” και σε ένα εργατικό κίνημα μη σοσιαλδημοκρατικό. Η σοσιαλδημοκρατία καθηδηγεί τον αγώνα της εργατικής τάξης όχι μόνο για να πετύχει πιο ευνοϊκούς όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, αλλά και για την κατάργηση του κοινωνικού καθεστώτος που αναγκάζει τους άπορους να πουλιούνται στους πλούσιους. Η σοσιαλδημοκρατία δεν αντιπροσωπεύει την εργατική τάξη στις σχέσεις της μόνο με μια ορισμένη ομάδα εργοδοτών, αλλά και στις σχέσεις της προς όλες τις τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας, στις σχέσεις της προς το κράτος σαν οργανωμένη πολιτική δύναμη. Γι' αυτό είναι ευνόητο ότι οι σοσιαλδημοκράτες όχι μόνο δεν μπορούν να περιορίζονται στην οικονομική πάλη, αλλά και δεν μπορούν να δεχτούν η οργάνωση οικονομικών αποκαλύψεων να αποτελεί την κύρια δράση τους. Πρέπει να καταπιαστούμε δραστήρια με την πολιτική διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης, με την ανάπτυξη της πολιτικής της συνείδησης...

σελ. 83-85

...Συγχαίρουμε τη ρωσική – μα και τη διεθνή – σοσιαλδημοκρατία, γι'αυτή τη νέα, τη μαρτινοφική ορολογία, που είναι πιο αυστηρά ακριβολογημένη και πιο βαθειά. Ως τα τώρα νομίζαμε (μαζί με τον Πλεχάνωφ και με όλους τους ηγέτες του διεθνούς εργατικού κινήματος), πως ο προπαγανδιστής, όταν πραγματεύεται λ.χ. το ίδιο το ζήτημα της ανεργίας, πρέπει να εξηγήσει την κεφαλαιοκρατική φύση των κρίσεων, να δείξει τους λόγους που οι κρίσεις αυτές είναι αναπόφευκτες στη σύγχρονη κοινωνία, να δείξει την ανάγκη για το μετασχηματισμό της σε σύγχρονη κοινωνία κτλ. Με δυο λόγια πρέπει να δόσει “πολλές ιδέες”, τόσο πολλές, που μόνο λίγα (σχετικά) πρόσωπα θα μπορούν μονομιάς να αφομοιώσουν όλες αυτές τις ιδέες στο σύνολό τους. Ο αγκιτάτορας όμως, μιλώντας για το ίδιο θέμα, θα πάρει το πιο γνωστό και πιο χτυπητό σε όλους τους ακροατές του παράδειγμα – λ.χ. το θάνατο από την πείνα της οικογένειας ενός ανέργου, την αύξηση της αθλιότητας, κτλ – και χρησιμοποιώντας αυτό το πασίγνωστο γεγονός, θα στρέψει όλες τους τις προσπάθειες στο να προσφέρει στη “μάζα” μόνο μια ιδέα και συγκεκριμένα: την ιδέα πόσο παράλογη είναι η αντίθεση ανάμεσα στην αύξηση του πλούτου και στην αύξηση ττης αθλιότητας, θα προσπαθήσει να ξυπνήσει μέσα στις μάζες τη δυσαρέσκεια και την αγανάκτηση εναντίον στην κατάφωρη αυτή αδικία, αφήνοντας στον προπαγανδιστή την ολοκληρωμένη εξήγηση αυτής της αντίθεσης. Συνεπώς, ο προπαγανδιστής δρα κυρίως με τον έντυπο λόγο ενώ ο αγκιτάτορας με τον ζωντανό λόγο. Από τον προπαγανδιστή δεν απαιτούνται τα ίδια προσόντα που απαιτούνται από τον αγκιτάτορα. Τον Κάουτσκι και τον Λαφάργκ θα τους ονομάζαμε λ.χ. προπαγανδιστές. Τον Μπέμπελ και τον Γκεντ αγκιτάτορες. Το να ξεχωρίζει κανείς ένα τρίτο τομέα ή μια τρίτη λειτουργία πρακτικής δράσης και να κατατάσσει σε αυτή τη λειτουργία το “κάλεσμα των μαζών για ορισμένε ς συγκεκριμένες ενέργειες” είναι η μεγαλύτερη ανοησία, γιατί το “κάλεσμα” αυτό σαν μεμονωμένη πράξη ή συμπληρώνει φυσιολογικά και αναγκαία τη θεωρητική πραγματεία, την προπαγανδιστική μπροσούρα και το λόγο του αγκιτάτορα ή αποτελεί μια καθαρά εκτελεστική λειτουργία. Και πραγματικά, πάρτε λ.χ. τον αγώνα που διεξάγουν σήμερα οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες εναντίον στους δασμούς των σιτηρών. Οι θεωρητικοί γράφουν έρευνες για την τελωνειακή πολιτική και “καλούν” λ.χ. στον αγώνα για εμπορικές συμφωνίες και για την ελευθερία του εμπορίου. Ο προπαγανδιστής κάνει το ίδιο πράγμα στο περιοδικό, ο αγκιτάτορας σε δημόσιους λόγους. Οι “συγκεκριμένες ενέργειες” της μάζας στη δοσμένη στιγμή παίρνουν τη μορφή υπογραφής ψηφισμάτων προς το ράιχσταγ εναντίον στην αύξηση των δασμών στα σιτηρά. Το κάλεσμα για αυτή τη δράση ξεκινά έμμεσα από τους θεωρητικούς, τους προπαγανδιστές και τους αγκιτάτορες και άμεσα από τους εργάτες, που συγγκεντρώνουν υπογραφές κάτω από τα ψηφίσματα αυτά στα εργοστάσια και στα σπίτια. Σύμφωνα με την “ορολογία του Μαρτίνοφ” ο Κάουτσκι και ο Μπέμπελ είναι και οι δυο τους προπαγανδιστές, ενώ εκείνοι που συγκεντρώνουν υπογραφές είναι αγκιτάτορες. Δεν είναι έτσι;

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή