english

Τι να κάνουμε;

Τι να κάνουμε;

Του Βαγγέλη Αντωνίου.

Βαδίζοντας προς την πρώτη επέτειο του ιουλιανού δημοψηφίσματος, εννιά μήνες περίπου από την εκλογική επισφράγιση της ήττας του ματαιωμένου «όχι» και αμέσως μετά τις τελευταίες ατελέσφορες κινηματικές μάχες κατά των εφαρμοστικών μνημονιακών τερατουργημάτων, μπορούμε (;) πλέον να κάνουμε έναν απολογισμό και να οδηγηθούμε σε ορισμένες τουλάχιστον στέρεες διαπιστώσεις για το που βρισκόμαστε.

Η πρώτη διαπίστωση έχει να κάνει με το γεγονός πως έχει σχεδόν συντελεστεί, σε νομοθετικό-θεσμικό επίπεδο, η αμετάκλητη εγκαθίδρυση του μνημονιακού καθεστώτος στη χώρα, η αναστροφή του οποίου απαιτεί πλέον «επαναστατικού χαρακτήρα» ανατροπές. Το 3ο μνημόνιο Τσίπρα, του οποίου η έμφαση δεν είναι στη λιτότητα (το πακέτο λιτότητας που εισάγει είναι σαφώς μικρότερο από τα δύο προηγούμενα, σωρεύεται ωστόσο πάνω σ’ αυτά), συμπληρώνει οργανικά και καίρια το συνολικό μνημονιακό σχέδιο, ολοκληρώνοντας τη θέσμιση ενός υβριδικού καθεστώτος ασπόνδυλης χώρας, κοινωνίας και δημοκρατίας. Κρίσιμοι αρμοί αυτής της θεσμικής θωράκισης είναι η τρίτη και φαρμακερή ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η παράδοση των δανειακών χαρτοφυλακίων (και εν πολλοίς της ελληνικής οικονομίας και μεγάλου μέρους της ιδιωτικής περιουσίας) στα funds, ο «κόφτης» και η περαιτέρω ανεξαρτητοποίηση της Γ.Γ.Δ.Ε. που αφαιρούν από το κοινοβούλιο αλλά και εν πολλοίς από την ίδια την κρατική κυριαρχία την άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής, το υπερταμείο «αξιοποίησης» της δημόσιας περιουσίας που παραδίδεται στους δανειστές, με κατοχύρωση της ποινικής ασυλίας των εμπλεκομένων κ.ά. Η θεσμοποίηση αυτού του καθεστώτος θα ολοκληρωθεί – σύμφωνα με τους σχεδιασμούς – με την εξαφάνιση και των τελευταίων ψηγμάτων εργατικών - συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και την προωθούμενη συνταγματική αναθεώρηση.

Η δεύτερη διαπίστωση είναι ότι η λαϊκή δυναμική που αναπτύχθηκε στην τελευταία μνημονιακή εξαετία έκλεισε τον κύκλο της. Για πολλούς μετά τη ματαίωση/προδοσία του όχι του δημοψηφίσματος, για άλλους στις εκλογές του Σεπτέμβρη, πάντως οπωσδήποτε μετά και τις τελευταίες «άψυχες» κινητοποιήσεις απέναντι στον ορυμαγδό των εφαρμοστικών νομοθετημάτων. Οι αιτίες έχουν αναλυθεί επαρκώς. Σημασία έχει εδώ η επισήμανση πως απότοκο αυτής της πραγματικότητας είναι και η καθήλωση – αν όχι καθίζηση – και πάντως η πολυδιάσπαση των εγχειρημάτων πολιτικής-μετωπικής έκφρασης του πιο ριζοσπαστικού τμήματος αυτής της αντιμνημονιακής δυναμικής καθώς και οι τάσεις αποστράτευσης ενός μάχιμου δυναμικού της αριστεράς και του λαϊκού κινήματος. Συνδέεται ασφαλώς αλλά, ωστόσο, δεν είναι σε ευθεία και απόλυτη αντιστοίχιση με την υποχώρηση της λαϊκής δυναμικής, μάλλον οφείλεται περισσότερο σε ενδογενείς παράγοντες, το να προχωρούμε στην ιδρυτική συνδιάσκεψη της Λα.Ε. με όρους τέτοιας κρίσης και τόσο άγονης πόλωσης, που λίγο απέχουν από το να κυριαρχήσουν διαλυτικά χαρακτηριστικά.

Η τρίτη, τέλος, διαπίστωση έχει να κάνει με το γεγονός πως αυτό το φαιορόζ μόρφωμα που βρίσκεται στην κυβέρνηση, μείγμα ευρωλαγνείας, εθνολαϊκισμού/νεοαυριανισμού και σοσιαλφιλελευθερισμού, φορέας και ατζέντης του πιο επαρχιώτικου κοσμοπολιτισμού της νέας τάξης και εσμός των πλέον αδίστακτων, ευρωλακέδων, νεοπροσήλυτων μιας εξουσίας που νέμεται – όχι τον πλούτο πλέον, όπως άλλοτε έκαναν οι συνοδοιπόροι και μέντορές τους στις τεχνικές της διαχείρισης πράσινοι επιβήτορες, αλλά – τα κουρέλια της λεηλασίας και του λαού και της πατρίδας, εκτελεί ασύστολα όλα τα εκκρεμή συμβόλαια θανάτου των υπολειμμάτων του μεταπολιτευτικού ριζοσπαστισμού, που του έχουν ανατεθεί από τους ξένους επικυρίαρχους και τους ντόπιους πάτρωνες. Θα αποτελέσει – για όσο και όπως το χρειαστούν οι εντολείς του – τον βραχίονα που θα υλοποιήσει την «ιταλοποίηση» του πολιτικού τοπίου, την εγκαθίδρυση και «συνταγματοποίηση» ενός καθεστώτος βιοπολιτικής διαχείρισης, βίαιης περιθωριοποίησης, λοβοτομής, πολιτιστικής και αξιακής έκπτωσης, πειθάρχησης και καταστολής της κοινωνίας των 2/3, στην ανάστροφη από την παλαιότερη εκδοχή της. Η μόνη σχέση που έχει με την αριστερά αυτό το μόρφωμα είναι ότι ασέλγησε πάνω της και θα συνεχίσει να την βρωμίζει, ενσυνειδήτως, μέχρι να την εκμηδενίσει.

Αν τα παραπάνω ισχύουν ως διαπιστώσεις, θα πρέπει να κατανοηθούν σε βάθος και προπαντός ως διαπιστώσεις «συντρέχουσες» και ισχύουσες ταυτοχρόνως και όχι a la carte. Και, συνεπώς, αφού συνειδητοποιήσουμε συγκεκριμένα τη συγκεκριμένη κατάσταση, να οδηγηθούμε στο «τι να κάνουμε» ή έστω στο τι να μην (συνεχίζουμε να) κάνουμε. Αν, ας πούμε, δεν είμαστε έτοιμοι, ικανοί, επαρκείς να αποτυπώσουμε – και να διατυπώσουμε δημόσια και πειστικά και ο κόσμος να πιστέψει ότι θέλουμε, είμαστε αποφασισμένοι και μπορούμε – τον πυρήνα του πολιτικού μας σχεδίου ολοκληρωμένα και χωρίς μισόλογα και υπεκφυγές, τουλάχιστον ας φροντίσουμε ώστε να μην βρεθούμε στο «κάδρο» της λαϊκής αγανάκτησης, όποτε – και προς οποιαδήποτε κατεύθυνση – αυτή εκδηλωθεί. Γιατί – και εύχομαι ειλικρινά να κάνω λάθος – ισχυρίζομαι πως το λαϊκό αισθητήριο δεν μας έχει ξεκολλήσει από τη διαψευσμένη αφήγηση του Σύριζα κι εμείς έχουμε κάνει – σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και στο προγραμματικό – πολύ λίγα κι αυτά απελπιστικά αργά για να ξεκολλήσουμε, αν το θέλουμε κιόλας όλοι και όλες.

Ορισμένοι δίνουν την εντύπωση πως αντιλαμβάνονται τον Σύριζα και τον «κόσμο» του, ως ένα «συνεχές» με τον υπόλοιπο κόσμο της αριστεράς. Θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως η διάσπαση του Σύριζα δεν ήταν ακόμη μια στην ατελείωτη σειρά των ιστορικών διασπάσεων της Αριστεράς. Δεν έμειναν οι «ρεφορμιστές» κι έφυγαν οι «αριστεριστές». Δεν ήταν το διακύβευμα της διάσπασης μια απόχρωση μιας ή περισσότερων εκδοχών ιδεολογικής καθαρότητας. Ήταν η προσχώρηση του εναπομείναντος Σύριζα στο αντίπαλο ταξικό στρατόπεδο. Και μάλιστα σε μια στιγμή κορύφωσης της ταξικής πόλωσης. Ή μήπως όχι; Κι αν αυτό ήταν πεντακάθαρο για τον ηγετικό πυρήνα του, σήμερα πλέον ισχύει και για την συντριπτική πλειοψηφία της (ούτως ή άλλως ισχνής) οργανωμένης του στελέχωσης. Κι αυτή η τόσο εκτεταμένη μετάλλαξη έγινε μέσα σε λίγους μήνες, σε αντιδιαστολή με το ΠΑΣΟΚ, που ακόμη και στη δεκαετία του ’90 διατηρούσε δεσμούς με λαϊκό κόσμο και χρειάστηκε για να ολοκληρώσει τη στροφή και να προσχωρήσει ολοκληρωτικά στον νεοφιλελευθερισμό μιάμιση δεκαετία από την κατάληψη της κυβερνητικής εξουσίας.

Οι ψηφοφόροι του Σύριζα είναι μια άλλη υπόθεση. Το 1/3 απ’ αυτούς χάθηκε τον Σεπτέμβρη και στράφηκε κυρίως προς την αποχή (ο Σύριζα αναπλήρωσε μέρος αυτών των απωλειών απ’ τα δεξιά του). Μόνον ένας στους τέσσερις απ’ αυτόν τον κόσμο εμπιστεύτηκε τη Λα.Ε. Δεν ήταν απλώς καμπανάκι ήταν σειρήνα συναγερμού, πως αυτός ο κόσμος μας αντιμετώπιζε ως μέρος του προβλήματος. Σήμερα, που η αποσυσπείρωση της εκλογικής βάσης του Σύριζα είναι ακόμη πιο έντονη, που η απελπισία – και το αδιέξοδο - των λαϊκών στρωμάτων χτυπάει κόκκινο, ορισμένοι εξακολουθούν να επιμένουν ν’ αλληθωρίζουν προς «γκρίζες ζώνες» και λοιπά αναχώματα.

Αν χρειάζεται – κι αν μπορεί - αυτή η συνδιάσκεψη να λύσει ένα ζήτημα, αυτό δεν είναι σε πόσες πτώσεις θα κλίνουμε τον αντικαπιταλισμό – προσωπικά μάλιστα δεν μου καίγεται καρφί αν θα συνεχίσουν ή όχι οι σύντροφοι της Ανταρσύα να με θεωρούν ελλιποβαρή αντικαπιταλιστή. Αρκεί, προσώρας τουλάχιστον, να κόψουμε τις γέφυρες με την οιαδήποτε εκδοχή αναπαραγωγής του πολιτικού σχεδίου Σύριζα – και βεβαίως με τον «υπαρκτό Σύριζα» και τις παραφυάδες του. Είναι η αναγκαία συνθήκη για να προχωρήσουμε σ’ ένα πολιτικό σχέδιο οργανωτικής, μετωπικής, κινηματικής ανασύνταξης. Αλλιώς θα συνεχίζουμε να μετράμε αποστρατεύσεις μάχιμου δυναμικού και «αποπλεύσεις» ανθρώπων που η θέση τους θα ήταν όχι μόνο στο πλήρωμα αλλά και στο πηδάλιο ενός αυθεντικά ριζοσπαστικού αριστερού εγχειρήματος.

Πηγή: ΙΣΚΡΑ

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή