english

Για τη μελοποιημένη ποίηση και όχι μόνο

Για τη μελοποιημένη ποίηση και όχι μόνο

Σπεύδω εξ αρχής να πω ότι:
1ον κάθε εποχή έχει τους ανταγωνισμούς που τις αναλογούν: στη δεκαετία του 1960 ανταγωνίζονταν «Η Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι –ένα είδος μιούζικαλ στο θέατρο «Μετροπόλιταν» της λεωφόρου Αλεξάνδρας, την  «Όμορφη Πόλη», λίγο πιο κάτω στο θέατρο Παρκ, το αντίπαλον δέον του Μίκη Θεοδωράκη, έργο βασισμένο σε ποιήματα του αδελφού του Γιάννη Θεοδωράκη (Όμορφη πόλη φωνές μουσικές/ απέραντοι δρόμοι κλεμμένες ματιές/ ο ήλιος χρυσίζει χέρια σπαρμένα/ βουνά και γιαπιά πελάγη απλωμένα// Θα γίνεις δικιά μου πριν έρθει η νύχτα/ τα χλωμά τα φώτα πριν ρίξουν δίχτυα/ θα γίνεις δικιά μου […] Η νύχτα έφτασε τα παράθυρα κλείσαν/ η νύχτα έπεσε οι δρόμοι χαθήκαν.)

Για την ιστορία ν’ αναφέρουμε πως η πρώτη εκτέλεση του ομώνυμου τραγουδιού της Όμορφης πόλης ανήκε στον Μίκη που συνόδευαν ο Μανώλης Χιώτης στο μπουζούκι κι ο Δημήτρης Φάμπας στην κιθάρα, ενώ άλλες μοναδικές εκτελέσεις έχουμε από τους Edith Piaf, Ειρήνη Παπά, Μανώλη Μητσιά.
Για την ιστορία και πάλι να θυμίσουμε πως η πρεμιέρα της Οδού Ονείρων δόθηκε ακριβώς πριν 52 χρόνια στις 14 Ιουνίου 1962 με τον Μάνο Χατζιδάκι, που είχε γράψει τους στίχους και τη μουσική της παράστασης, να συνεργάζεται με τους  Αλέξη Σολωμό σκηνοθεσία, Μίνω Αργυράκη σκηνικά και κοστούμια και Μανώλη Καστρινό χορογραφίες. Πρωταγωνιστές οι Δημήτρης Χορν, Ρένα Βλαχοπούλου, Μάρω Κοντού, Ζωή Φυτούση, Λάκης Παππάς, Γιώργος Εμιρζάς, Γιώργος Κωνσταντίνου κ.α. νέοι τότε, σπουδαίοι στην πορεία ερμηνευτές. Έκτακτες εμφανίσεις πραγματοποίησαν η Αλίκη Βουγιουκλάκη, η Νάνα Μούσχουρη και ο Ευγένιος Σπαθάρης με τον Καραγκιόζη του.
Άλλος συναγωνισμός θεωρείται από τη μια ο Μεγάλος Ερωτικός (1972) έργο βασισμένο σε μελοποιημένη ποίηση του Μάνου Χατζιδάκι –θυμηθείτε το ποίημα του Ελύτη: Με την πρώτη σταγόνα– αλλά και το εξώφυλλο από τον σπουδαίο Γιάννη Μόραλη, και από την άλλη η Τετραλογία του Δήμου Μούτση (1975) σε ποίηση Καβάφη, Καρυωτάκη, Ρίτσου, Σεφέρη, ή η Ανθολογία του Γιάννη Σπανού.
Σήμερα ο ανταγωνισμός περιορίζεται στο ποιόν των φασιστών που στελεχώνουν το υπουργείο Υγείας, ή στη διαστρέβλωση κάθε ηθικού και πολιτικού δέοντος βορά στην κομματική εκμετάλλευση και τον εκμαυλισμό της πολιτικής μας ζωής. Από την άποψη αυτή μια μελοποιημένη, και μάλιστα ποίηση σήμερα, δεν φαίνεται ικανή να διαμορφώσει ρήξεις και να διεκδικήσει απήχηση σε μια εν υπνώσει κοινωνία. Άλλωστε ακόμα και η Αριστερά μοιάζει αδιάφορη για την απώλεια της ηγεμονίας της μέσα στον καλλιτεχνικό χώρο, ανίκανη, εδώ και χρόνια, να συλλάβει τη συμβολή του πολιτισμού ως βασικής παραμέτρου στον αγώνα για την κοινωνική ανατροπή. Θεωρεί χρησιμότερη και οικεία της την αισθητική των τηλεοπτικών πάνελ.    
2ον Περισσότερο από δική μου ανάγκη επιλέγω μια περιήγηση σε ποιήματα/τραγούδια που έχουν μελοποιηθεί/τραγουδηθεί, προφταίνοντας να πω πως θεωρώ και τα δυο στιχουργήματα δίχως διάκριση και με την ίδια βαρύτητα του όρου. Άλλωστε τα πρώτα που διασώθηκαν ήταν τα τραγούδια της προφορικής μας παράδοσης ξεκινώντας από τα ομηρικά έπη. Γι’ αυτό θεωρώ το ίδιο σημαντικά τις ωδές του Κάλβου που περιλαμβάνονται στο έργο του Μίκη Θεοδωράκη Αρκαδία IV, με τον Πολιτευτάκια (χαρά να σε γιαούρτωνα εκεί που ρητορεύεια) και τους Κωλοέλληνες του Δ. Σαββόπουλου, ή το Παίδες Επί Κολωνώ, του Μάνου Χατζιδάκι (1977) βασισμένο σε στίχους/ποιήματα του Μιχάλη Μπουρμπούλη.
Και βέβαια το τραγούδι/η ποίηση δεν είναι άλλο από λόγος που είτε στη χαρά, είτε στη λύπη του παραφρόνησε ποδοπατώντας το σύνηθες-«μετρημένο»-ισχύον για ν’ ανοιχτεί σε άλλα πελάγη.

3ον Σε αντίθεση με την προηγούμενη γενιά που ενηλικιωμένοι στον πόλεμο και τη φρίκη του Εμφύλιου ένιωσαν την ανάγκη ευχάριστων –έστω και γλυκόπικρων– αλλ’ αισιόδοξων τραγουδιών, απλών ακουσμάτων που θα ξανάβαζαν άρωμα κι έρωτα ζωής στη σακατεμένη Ελλάδα μέσα από τους ρυθμούς του swing (Glenn Miller στο περίφημο In The Mood πολλοί από τους ήχους αυτούς έχουν περάσει ως light motive στις ταινίες του Woody Allen), και του Rock and roll που ξεκίνησε από την Αμερική στα τέλη της δεκαετίας του 1940, εμείς, η γενιά μου, μεγαλώσαμε μέσα στον μακρινό, έστω, αλλά πάντως υπαρκτό ως απόηχο, έστω, του αμφισβητισιακού ροκ της δεκαετίας του 1960, συνέχεια κι εξέλιξη του Rock and roll που επέβαλαν οι κοινωνικές συνθήκες. Αρκεί και μόνη η απαρίθμηση μερικών ονομάτων για να μεταδοθεί το δέος: Elvis Presley, Beatles, Rolling Stones, Animals, Jefferson Airplane, Deep Purple,  Who, Bob Dylan, Pink Floyd, Black Sabbath, Led Zeppelin. Και βέβαια όλα αυτά που γράφτηκαν πέρα από μουσική εμπεριείχαν ποίηση.

4ον Άλλη σημαντική ποίηση εμπεριέχεται στο αξέχαστο «Την πόρτα ανοίγω το βράδυ» (από τα Λυρικά σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη και πάλι με τον Μίκη Θεοδωράκη στην πρώτη εκτέλεση): Την πόρτα ανοίγω το βράδυ,/ τη λάμπα κρατώ ψηλά,/ να δούνε της γης οι θλιμμένοι,/ να 'ρθούνε, να βρουν συντροφιά.// Να βρούνε στρωμένο τραπέζι,/ σταμνί για να πιει ο καημός/ κι ανάμεσά μας θα στέκει/ ο πόνος, του κόσμου αδερφός.// Να βρούνε γωνιά ν' ακουμπήσουν,/ σκαμνί για να κάτσει ο τυφλός/ κι εκεί καθώς θα μιλάμε/ θα 'ρθει συντροφιά κι ο Χριστός. Ν’ αναφέρω επίσης του Μίκη Θεοδωράκη τις Μικρές Κυκλάδες (1963) σε ποιήματα του Οδυσσέα Ελύτη.

5ον Διόλου τυχαία το 1969 στην καρδιά της χούντας ο Σταύρος Ξαρχάκος ηχογράφησε με τον βαρύτονο Κώστα Πασχάλη και τον Μάνο Κατράκη στην απαγγελία το λυρικό δράμα «Θρήνος για τον Ignacio Sanchez Mejias» του Λόρκα, αναφορά στο θάνατο του φίλου του, ταυρομάχου από την Ανδαλουσία, σε ταυρομαχία στη Σεβίλλη, τον Αύγουστο του 1934. Η απόδοση των στίχων στα ελληνικά από τον Νίκο Γκάτσο.
Ενώ την περίοδο, 1972 ο Θάνος Μικρούτσικος ξεκινά να γράφει τη Μουσική Πράξη στον Brecht, έργο για δύο φωνές, δυο κλαρινέτα, πιάνο, ομάδα ηθοποιών και φωτεινές διαφάνειες, που θα ολοκληρώσει το 1977 και θα παρουσιάσει σε πλήρη μορφή τον Γενάρη του 1978 στον περίφημο, εκείνη την εποχή, Φ.Ο.Υ (Φιλοπρόοδος Όμιλος Υμηττού) επί δημαρχίας Αντρέα Λεντάκη. Να σημειώσουμε το ρόλο Μάριου Πλωρίτη στην απόδοση των ποιημάτων. Αλλά άξια μνείας και η «Μπαλάντα του έμπορα», πάλι του Μπρεχτ, τραγούδι που υπάρχει στο δίσκο «Λεοντής-Μικρούτσικος, Συναυλίες ‘81» (ερμηνεύει ο Σάκης Μπουλάς), καθώς και το τζαζίστικο «Εμβατήριο για τα ανήσυχα παιδιά» που τραγουδά η Μαρία Δημητριάδη.
Άλλο ξεχωριστό παράδειγμα μελοποιημένης ποίησης/τραγουδιών το 1982 αυτής του Γιώργου Ιωάννου με τίτλο Κέντρο Διερχομένων, από τον Νίκο Μαμαγκάκη,  με ερμηνευτές τους Δημήτρη Ψαριανό, Δημήτρη Κοντογιάννη και Ελευθερία Αρβανιτάκη.
Και βέβαια στους ποιητές να προσθέσουμε τον Κώστα Βίρβο σε μια σειρά τραγουδιών του Βασίλη Τσιτσάνη: Ούτε στρώμα να πλαγιάσω,/ ούτε φως για να διαβάσω/ το γλυκό σου γράμμα, ωχ, μανούλα μου/ Καλοκαίρι κι είναι κρύο/ ένα μέτρο επί δύο/ είναι το κελί μου, ωχ, μανούλα μου// Τι κι αν μ’ ανοίγουνε πληγές
εγώ αντέχω τις φωτιές/ Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαις// Ένα ρούχο ματωμένο
στρώνω για να ξαποσταίνω/ στο υγρό τσιμέντο, ωχ, μανούλα μου// Στο κελί το διπλανό μου/ φέραν κάποιον αδελφό μου/ πόσο θα τραβήξει, ωχ, μανούλα μου…
Αλλά και την «Καταχνιά: Κατοχή-Αντίσταση-Απελευθέρωση», πάλι του Κώστα Βίρβου σε μουσική του Χρήστου Λεοντή με το περίφημο τραγούδι «Δε θέλω να μου δέσετε τα μάτια/ τον ήλιο π’ ανατέλλει να χαρώ/ κι αν κάνετε τα στήθια μου κομμάτια/ εσείς πεθαίνετε και όχι εγώ» αφιερωμένο στο κολαστήριο της Καισαριανής, με τους Καζαντζίδη-Μαρινέλλα- χορωδία Κορίνθου, και τον Δ. Μυράτ να διαβάζει τα κείμενα του Νικηφόρου Βρεττάκου, δίσκος που κυκλοφόρησε τη Μεγάλη βδομάδα του 1964.  

6ον Ως συμβολή στην εξοικείωσή μας με την μελοποιημένη ποίηση ας θεωρήσουμε όλη τη μακρά μαθητεία των μπουάτ όπου πέρα από τα μουσικά ακούσματα υπήρχε καθημερινά ποιητικό αναλόγιο με τον Γιώργο Ζωγράφο, Γιάννη Αργύρη κ.α. όπου μυσταγωγικά απαγγελλόταν ποίηση στη διάρκεια μιας μουσικής παράστασης. Κι ενώ οι θαμώνες απολάμβαναν το ποτό και τη διασκέδασή τους.
Τέλος ν’ αναφέρω τα ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου, τον Νίκο Καββαδία, τον Άλκη Αλκαίο (ψευδ του Βαγγέλη Λιάρου). Ας σταθούμε στην  μπαλάντα ενός φιλήσυχου (1982) του Άλκη Αλκαίου με τη Μαρία Δημητριάδη, και βέβαια στο σπουδαίο του «Εμπάργκο» μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο με ξεχωριστό το Κακόηθες μελάνωμα τραγούδι/ποίηση αφιερωμένη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά. Επίσης θέση ξεχωριστή έχει στους σύγχρονους πέραν του Σαββόπουλου, ο Νικόλας Άσιμος, ενώ άξια ποιητικής μνείας είναι τα Στρατιωτικά του  Χρήστου Λεττονού

Η δική μας γενιά ζώντας, αλλά και γαλουχημένη, στον απόηχο της χούντας και την αναγεννησιακή φόρτιση της μεταπολίτευσης είχε την ευκαιρία εξοικείωσης με την ποίηση και την έντεχνη αποτύπωσή της
Αξίες και πρότυπα διαμορφωμένα σταδιακά επέβαλαν κώδικες ικανούς να συγχρονιστούν σε ό,τι αποτελεί δημιουργία, με την επίπονη και επίμοχθη διάσταση του όρου.
Τα νεώτερα χρόνια άμβλυναν ιδανικά, αισθητική, αρχές καθώς η εύκολη/εύπεπτη πρόσληψη – πρόταση ήρθε να κυριαρχήσει συχνά και στην επιδοτούμενη τέχνη.
Τη θέση της εναγώνιας διαρκούς μαθητείας, πήρε μια αυτιστική συχνά νάρκισση πόζα που φοβάμαι πως δεν μπορεί να αισθανθεί μέθεξη και συγκίνηση ποιητική μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Ίσως γι αυτό όσες προσπάθειες μελοποιημένης ποίησης –και είναι πολλές ελπιδοφόρες όπως ενδεικτικά η πρόσφατη της ομάδας Aldebaran με τους Δ. Κοντογιάννη και Αδριανό Παπαμάρκου που μελοποίησαν 12 ποιητές– δεν μπορούν να σπάσουν το φράγμα ενός περιθωρίου.
Η ευκολία προβολής, μέσα από τα μιντιακά μορφώματα, εμπορευμάτων, καθώς αναγορεύουν σε καλλιτέχνημα ό,τι υπολείπεται σε ουσία, εκ των πραγμάτων  δρα παραμορφωτικά/παραπειστικά απέναντι σε κάθε δημιουργία.
Η ποσότητα κατακλύζει την αγορά, κυριαρχεί και εξαφανίζει κάθε ποιοτική αναζήτηση.
Τελικά οι κοινωνίες συμβάλλουν κάποτε ως υποδοχείς στη διαμόρφωση ενός έργου, ή οι πρωτοπορίες επιβάλλονται πολιτικά και καλλιτεχνικά ερήμην της και παρά τις εμφανείς τάσεις παρακμής της; Κοντολογίς δηλαδή τα Σκαθάρια προετοίμασαν τον Μάη του ’68  και η Έλλη Στάη επιβάλλει τη γραμμή των ισορροπιών στον ΣΥΡΙΖΑ;
Με άλλα λόγια η μακροημέρευση του άνοστου και μικρομεσαίου Μελωδία είναι ότι μας αντιστοιχεί μουσικά, ποιητικά, καλλιτεχνικά;
Κώστας Κρεμμύδας

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή