english

Κρίση και Στρατηγική

Κρίση και Στρατηγική

Δύο αποσπάσματα του Daniel Bensaid.

Η περίοδος που διανύουμε καθορίζεται εκρηκτικά από την μια, από την δυναμική της κρίσης στο πολιτικό-κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο και από την άλλη, από μία απουσία στρατηγικής, από μία ανάγκη στρατηγικής για την αντιμετώπιση της κρίσης από τη σκοπιά της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος. Οι ιδέες και η θεωρία των πολιτικών δυνάμεων δεν μπορούν παρά να πασχίσουν να ανταποκριθούν σε αυτή την σχέση κατάστασης και ανάγκης, με σκοπό να εφοδιάσουν αποτελεσματικότερα τον σημερινό πολιτικό αγώνα.

Από αυτή την άποψη παρουσιάζουμε δυο αποσπάσματα σκέψης γύρω από την σχέση κρίσης και στρατηγικής, από τον Daniel Bensaid, ένα σημαντικό Μαρξιστή φιλόσοφο και αγωνιστή που έφυγε πριν λίγα χρόνια από την ζωή.

 

1. Άλματα, Άλματα,Άλματα: O Λένιν και η Πολιτική

…Η σπασμωδική ιστορία του τελευταίου αιώνα δείχνει ότι δεν μπορούμε τόσο εύκολα να δραπετεύσουμε από τον στοιχειωμένο κόσμο του εμπορεύματος, από τους αιμοδιψείς Θεούς του και από το κουτί των επαναλήψεων του. Η διαχρονική επικαιρότητα του Λένιν προκύπτει από αυτήν την παρατήρηση. Εάν η πολιτική σήμερα ακόμα έχει μια πιθανότητα να αποτρέψει το διπλό κίνδυνο μίας φυσικοποίησης της οικονομίας και μίας μοιρολατροποίησης της ιστορίας, αυτή η πιθανότητα απαιτεί μια νέα λενινιστή πράξη μέσα στις συνθήκες της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης.

Η πολιτική σκέψη Λένιν είναι αυτή της πολιτικής ως στρατηγική, των ευνοϊκών στιγμών και των αδύναμων κρίκων.

Ο ομοιογενής και κενός χρόνος της μηχανικής προόδου, χωρίς τις κρίσεις ή τις ρήξεις, είναι ένας απολιτικός χρόνος. Η ιδέα που διατηρείται από τον Kάουτσκι , μιας παθητικής συσσώρευσης των δυνάμεων ανήκει σε αυτό το είδος χρονικότητας. Μια πρωτόγονη εκδοχή της ήρεμης δύναμης, αυτός ο σοσιαλισμός, έξω από το χρόνο, και με την ταχύτητα χελώνας, διαλύει την αβεβαιότητα της πολιτικής πάλης στους πιστοποιημένους νόμους της ιστορικής εξέλιξης

Ο Λένιν, από την άλλη μεριά, σκέφτεται την πολιτική ως χρόνο γεμάτο από αγώνα, ένα χρόνο των κρίσεων και των καταρρεύσεων. Για αυτόν η ιδιομορφία της πολιτικής εκφράζεται στην έννοια μιας επαναστατικής κρίσης, η οποία δεν είναι η λογική συνέχεια ενός κοινωνικού κινήματος, αλλά μια γενική κρίση των αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ όλων των τάξεων στην κοινωνία. Η κρίση ορίζεται έπειτα ως μία εθνική κρίση. Ενεργεί για να ξεκαθαρίσει τις γραμμές μάχης, οι οποίες έχουν κρυφτεί από τη μυστική φαντασμαγορία του εμπορεύματος. Τότε μόνο, και όχι εξαιτίας μίας αναπόφευκτης ιστορικής ωρίμανσης, μπορεί το προλεταριάτο να μετασχηματιστεί και να γίνει αυτό που είναι όντως.

Η επαναστατική κρίση και η πολιτική πάλη συνδέονται έτσι στενά. “Η γνώση που η εργατική τάξη μπορεί να έχει για τον εαυτό της συνδέεται αδιάλυτα με μια ακριβή γνώση των αμοιβαίων σχέσεων όλων των τάξεων στη σύγχρονη κοινωνία, γνώση που είναι όχι μόνο θεωρητική, πρέπει μάλλον να πούμε ότι είναι λιγότερο θεωρητική ,θεμελιώνεται στην εμπειρία της πολιτικής. Είναι πράγματι μέσω της δοκιμής της πρακτικής πολιτικής που αποκτιέται αυτή η γνώση των αμοιβαίων σχέσεων μεταξύ των τάξεων. Μετατρέπει την επανάσταση μας σε επανάσταση όλου του λαού”.

Αυτή η προσέγγιση είναι το πλήρες αντίθετο ενός ακατέργαστου εργατισμού, ο οποίος υποβιβάζει το πολιτικό στο κοινωνικό. Ο Λένιν αρνείται κατηγορηματικά να αναμίξει το ζήτημα των τάξεων με αυτό των κομμάτων. Η ταξική πάλη δεν υποβιβάζεται στον ανταγωνισμό μεταξύ του εργαζομένου και του αφεντικού του. Θεωρεί το προλεταριάτο αντιμέτωπο με ολόκληρη την καπιταλιστική τάξη στο επίπεδο της διαδικασίας της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής συνολικά, που είναι το αντικείμενο της μελέτης στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου. Να γιατί είναι τελείως λογικό ο Μάρξ να φτάνει σε αυτό το συμπέρασμα στο ανολοκλήρωτο κεφάλαιο για την τάξη, και όχι στον πρώτο τόμο στη διαδικασία της παραγωγής ή στον δεύτερο τόμο στη διαδικασία της κυκλοφορίας. Σαν πολιτικό κόμμα, η επαναστατική σοσιαλδημοκρατία αντιπροσωπεύει έτσι την εργατική τάξη, όχι μόνο στις σχέσεις της με μια ομάδα εργοδοτών, αλλά και με όλες τις τάξεις της σύγχρονης κοινωνίας και με το κράτος ως οργανωμένη βία.

Ο χρόνος της ευνοϊκής στιγμής στη λενινιστή στρατηγική δεν είναι πλέον αυτός των εκλογικών Πηνελοπών και Δαναΐδων, των οποίων η εργασία ανατρέπεται συνεχώς, αλλά αυτός που δίνει έναν ρυθμό στην πάλη και που αναστέλλεται από την κρίση. Χρόνος της κατάλληλης στιγμής και της μοναδικής σύμπτωσης, όπου η ανάγκη και η πιθανότητα, η πράξη και η διαδικασία, η ιστορία και το συμβάν δένονται από κοινού.

“Δεν πρέπει να φανταστούμε την επανάσταση με την μορφή μιας μοναδικής πράξης: η επανάσταση θα είναι μια γρήγορη διαδοχή των λιγότερο ή περισσότερο βίαιων εκρήξεων, που εναλλάσσονται με τις φάσεις λιγότερης ή περισσότερης σε βάθος ηρεμίας. Για αυτό η ουσιαστική δραστηριότητα του κόμματος μας, η ουσιαστική συγκέντρωση της δραστηριότητάς του, πρέπει να είναι η εφικτή και απαραίτητη δουλειά και στις περιόδους της βιαιότερης έκρηξης και σε εκείνες της ηρεμίας, δηλαδή μια δουλειά της ενοποιημένης πολιτικής αγκιτάτσιας για όλη τη Ρωσία”.

Οι επαναστάσεις χαρακτηρίζουν το ρυθμό τους, με τις επιταχύνσεις και την επιβράδυνση. Έχουν επίσης τη γεωμετρία τους, όπου την ευθεία γραμμή τη διαδέχεται η διακλάδωση και οι ξαφνικές στροφές. Το Κόμμα εμφανίζεται έτσι υπό νέα οπτική. Για τον Λένιν, δεν είναι πλέον το αποτέλεσμα μιας συσσωρευτικής εμπειρίας, ούτε ο μέτριος δάσκαλος με στόχο να βγάλει τους προλεταρίους από το σκοτάδι της άγνοιας στο φως του λόγου. Γίνεται στρατηγικός χειριστής, ενός κιβώτιου ταχυτήτων και χειριστής κόμβων της ταξικής πάλης. Όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν πολύ σαφώς αναγνώρισε, ο στρατηγικός χρόνος της πολιτικής δεν είναι ο ομοιογενής και κενός χρόνος της κλασσικής μηχανικής, αλλά ένας σπασμένος χρόνος, πλήρης με κόμβους και μήτρες εγκυμονούσες με γεγονότα.

Μετάφραση από κείμενο του D.Bensaid (2002): Σ. Κόγκας

2. Στρατηγική και Κόμμα

Α. Η βασική στρατηγική έννοια: Η Επαναστατική Κρίση

Η καθαρότερη εμφάνιση στο προσκήνιο των εννοιών της βασικής συζήτησης για τη στρατηγική ανάγεται στις μεγάλες πολεμικές που διέσχισαν την Δεύτερη Διεθνή στις αρχές του αιώνα.

Από το τέλος του 19ου αιώνα έως τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο βρισκόμαστε μπροστά σε μια ραγδαία καπιταλιστική επέκταση, όπως εκφράζεται στην ανάπτυξη της ναυπηγικής βιομηχανίας και των βαριών βιομηχανιών1. Στη Γερμανία κυρίως, η επέκταση αυτή μεταφράζεται στην ανάπτυξη της εργατικής τάξης και των οργανώσεων της. Αναπτύσσεται ο μαζικός συνδικαλισμός. Η σοσιαλδημοκρατία ανεβαίνει εκλογικά και έχει στη διάθεση της δεκάδες καθημερινές εφημερίδες όπως επίσης και ένα ισχυρό συνεταιριστικό και πολιτιστικό δίκτυο. Με δυο λόγια τείνει να αποτελέσει αυτό που αποκαλέστηκε πραγματική αντικοινωνία.

Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο αναπτύχθηκε μια συζήτηση, χαρακτηριστική κατά μια έννοια μιας περιόδου σχετικής ευημερίας και αύξησης της εργατικής τάξης. Προτού παρουσιάσουμε τους βασικούς πρωταγωνιστές, ας κρατήσουμε υπόψη ότι πρόκειται για μια συζήτηση προσανατολισμού στα πλαίσια μιας σοσιαλδημοκρατίας ενωμένης, η οποία φαντάζει ως το «μεγάλο κόμμα» της εργατικής τάξης, η οργανική και αξεπέραστη έκφραση της.

1. «Ένας σοσιαλισμός εκτός χρόνου»

Πάνω στη βάση αυτής της φάσης καπιταλιστικής επέκτασης και ανάπτυξης των εργατικών οργανώσεων εμφανίσθηκε ένα ρεύμα που πέρασε στην ιστορία με το όνομα «ρεβιζιονισμός». Το ρεύμα αυτό ανέπτυξε μια σειρά από βασικές ιδέες κλειδιά:

- Την ιδέα κατ' αρχήν μιας αναπότρεπτης και συνεχούς επέκτασης του εργατικού κινήματος: επέκταση οργανωτική,εκλογική, πολιτιστική. Αυτή η οπτική μιας ιστορικής πορείας διαρκούς προχωρήματος αναπτύσσεται στο έδαφος μιας ιδεολογίας της προόδου, της εξέλιξης της ανθρωπότητας, του οριστικού θριάμβου της επιστήμης και του λόγου. Εδράζεται πάνω σε μια επιστημονίστικη και βαθιά ντετερμινιστική ερμηνεία του μαρξισμού.

- Το Κράτος θεωρείται βασικά (μέσα κυρίως στην παράδοση της γερμανικής σκέψης η οποία καλλιεργήθηκε επί μακρόν στο έδαφος της καθυστέρησης και του κατακερματισμού της πολιτικής δομής σε σχέση με τα υπόλοιπα σύγχρονα Κράτη) ως η έκφραση της εθνικής συνείδησης και κουλτούρας. Δεν πρόκειται σύμφωνα μ' αυτή την άποψη για ένα καταπιεστικό μηχανισμό που πρέπει να αποδιαρθρωθεί, αλλά για μια πολιτιστική κατάκτηση που πρέπει να εκδημοκρατιστεί, να καταληφθεί δηλαδή με στόχο να χρησιμοποιηθούν καλύτερα οι πολιτικές της λειτουργίες.

- Η οικονομία πρέπει να εξακολουθήσει από τη μεριά της να εξελίσσεται σύμφωνα με τους δικούς της νόμους. Βρίσκουμε ήδη στον Μπερνστάϊν τα χαρακτηριστικά του«φιλελεύθερου σοσιαλιστή», χαρακτηριστικά που επανήλθαν στην επιφάνεια από τον Ροκάρ: «Δεν υπάρχει καμιά φιλελεύθερη ιδέα που να μην ανήκει ταυτόχρονα στις σοσιαλιστικές ιδέες...»· «και ο πιο ελάχιστος νόμος περικλείει περισσότερο σοσιαλισμό από κάθε εθνικοποίηση...»· «εκεί όπου το Κράτος είναι λιγότερο αποδοτικό, πρέπει να δώσουμε τη προτεραιότητα στο ιδιωτικό...».

- Μέσα σε μια τέτοια οπτική η ίδια η έννοια της στρατηγικής δεν έχει θέση. Δεν υπάρχει κανένας στόχος που να πρέπει να επιτευχθεί και καμιά πρωτοβουλία που να πρέπει να παρθεί στο βαθμό που η εξελικτική κίνηση είναι το παν. Ανακαλύπτουμε ήδη εδώ την «ήρεμη δύναμη» που προχωρά με το αυτοκρατορικό της βήμα στον βασιλικό δρόμο της ιστορίας. Πρόκειται σύμφωνα με την έκφραση του Α. Tasca, για ένα«σοσιαλισμό εκτός χρόνου», χωρίς χρονικά όρια, χωρίς στόχους, χωρίς συνεχείς ρήξεις μήτε αλλαγές ρυθμού.

Η διαμόρφωση μιας στρατηγικής είναι λοιπόν το ακριβώς αντίθετο μιας ομοιόμορφης,ομοιογενούς και ευθύγραμμης πορείας. Συγκροτείται μέσα σε αντιπαραθέσεις, απότομες αλλαγές, μέσα σε στιγμές που χρειάζεται να κατανοηθούν.

Η ρεφορμιστική αυτή πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας θα ξαναβρεθεί κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στο«κέντρο» του κόμματος, πλάι στον Κάουτσκυ και μέσα στο ρεύμα από το οποίο θα προκύψει το Σοσιαλιστικό Ανεξάρτητο Κόμμα (USPD). Κάτι τέτοιο είναι λογικό. Στην οπτική αυτής της πτέρυγας ο πόλεμος είναι μία δυσάρεστη παρένθεση στο νικηφόρο δρόμο της προόδου, που πρέπει να κλείσει το συντομότερο δυνατόν. Εξ ου και ο πασιφισμός: πρέπει να σταματήσει αυτή η σπατάλη ενέργειας· πρέπει να σταματήσει ο πόλεμος το συντομότερο για να ξαναπάρουν τα πράγματα τον δρόμο τους. Ο πασιφισμός αυτός δεν έχει τίποτα κοινό με τον διεθνιστικό προσανατολισμό της σκέψης του Λένιν, που οδηγεί όχι στον πασιφισμό αλλά στον επαναστατικό ντεφετισμό. Για τον Λένιν το ζήτημα δεν είναι - η διαφορά είναι πολύ σημαντική - να κλείσει μια παρένθεση για να ξαναγυρίσουμε σε μια υποτίθεται «φυσιολογική» ταξική πάλη. Ο πόλεμος είναι μέρος συνολικά της πάλης των τάξεων και το να ξέρουμε να χρησιμοποιήσουμε το ίδιο το γεγονός του πολέμου σαν εφαλτήριο, μπορεί να ανοίξει το δρόμο σε μια επαναστατική κατάσταση. Από εδώ ακριβώς πηγάζει η ιδέα του να μετατραπεί ο πόλεμος σε επαναστατικό εμφύλιο πόλεμο. Έχουμε ήδη εδώ δύο διαφορετικές απόψεις για τον κόσμο, για την ιστορία, για την πολιτική πάλη και κατά συνέπεια για το κόμμα.

2. «Η ορθοδοξία» ή ο «παθητικός ριζοσπαστισμός»

Μέσα στη συζήτηση αυτή στις αρχές του αιώνα ο Κάουτσκυ εμφανίζεται ως εκπρόσωπος της ορθοδοξίας.

Ας θυμηθούμε πώς ο Κάουτσκυ εκείνης της εποχής αποτελεί για τον Λένιν μια προσωπικότητα τεράστιου κύρους. Προσοχή, όχι από απροσεξία ή πολιτική μυωπία κάτι που συχνά λέγεται για να αποφευχθεί ένα ενοχλητικό ζήτημα. Ή τουλάχιστον όχι μόνο. Ο Λένιν είναι ένας κατεξοχήν άνθρωπος της προσεκτικής ανάγνωσης (μερικοί θα έλεγαν σήμερα σε «ακραία μορφή»), ένας αδυσώπητος κυνηγός των πολιτικών λάπσους. Παρ' όλα αυτά όμως υπάρχουν στον Κάουτσκυ υπερβολές που δεν «βλέπει», ακόμα και στα κείμενα για τα οποία του πλέκει το εγκώμιο όπως το περίφημο «Δρόμος της εξουσίας». Δεν πρόκειται για λάθος. Ο Λένιν διάβασε αυτά τα κείμενα. Και συμφωνούσε μ' αυτά.

Μέσα στο περίφημο αυτό βιβλίο του 1909 που χαιρετίστηκε σαν κλασικό από τον Λένιν, ο Κάουτσκυ αναπτύσσει μια άποψη που είναι κυρίαρχη στο σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής: «Το σοσιαλιστικό κόμμα είναι ένα επαναστατικό κόμμα. Δεν είναι ένα κόμμα που κάνει επαναστάσεις. Γνωρίζουμε ότι ο στόχος μας δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο από μια επανάσταση, ξέρουμε όμως επίσης ότι δεν εξαρτάται από μας να κάνουμε την επανάσταση. Ούτε από τους αντιπάλους μας να την εμποδίσουν. Δεν προτιθέμεθα λοιπόν καθόλου να προκαλέσουμε ή να προετοιμάσουμε μια επανάσταση. Και όπως δεν μπορούμε να κάνουμε μόνο με την θέληση μας την επανάσταση, έτσι δεν μπορούμε να ορίσουμε επίσης πότε και κάτω από ποια μορφή θα πραγματοποιηθεί».

Ο Κάουτσκυ λέει εδώ κάτι που είναι σωστό: η ταξική πάλη έχει τη δική της λογική και οι αγώνες μπορεί να εκραγούν με απρόβλεπτους τρόπους που δεν μπορούν να προκαθορισθούν.

Είναι μια αλήθεια αγαπητή σ' όλους τους μεταρρυθμιστές γραφειοκράτες. Ο Κάουτσκυ όμως προσθέτει και κάτι άλλο, ακόμα πιο αγαπητό στους ίδιους, χθεσινούς και σημερινούς,γραφειοκράτες: ότι η επανάσταση είναι ένα είδος αντικειμενικού φαινομένου: «έρχεται», «φεύγει»... Όχι μόνο δεν μπορούμε να προκαλέσουμε τις επαναστάσεις, αλλά δεν μπορούμε και να τις «κάνουμε».Δεν έχουμε λοιπόν τίποτα να κάνουμε ώστε να τις «προετοιμάσουμε».

Οι συνέπειες μιας τέτοιας προσέγγισης είναι πολλαπλές (πέρα βέβαια από το ότι, αντίθετα απ' ό,τι πιστεύει η ίδια, δεν είναι παρά το θεωρητικό ένδυμα προφανών πολιτικών επιλογών):

α) Πάνω στο ζήτημα του Κράτους. Για τον Κάουτσκυ, η επανάσταση περιορίζεται σε «μια μετατόπιση δυνάμεων μέσα στο Κράτος». Δεν είναι παρά «η κατάκτηση των δημοσίων εξουσιών». Η δικτατορία του προλεταριάτου (που δεν μπορούσε βεβαίως να εξαφανισθεί εντέχνως όσο βάρυνε η άμεση επιρροή του Μαρξ) ανάγεται σε μια «κυρίαρχη θέση μέσα στο Κράτος» και στην «έκφραση της πολιτικής ηγεμονίας του προλεταριάτου». Η κατάκτηση της εξουσίας, στο τέλος του δρόμου, δεν είναι λοιπόν τίποτ' άλλο παρά η επένδυση του Κράτους και των ήδη υπαρχόντων θεσμών. Η ιδέα της καταστροφής του Κράτους είναι όχι μόνο απούσα αλλά και αδιανόητη σε μια τέτοια προβληματική. Και ας σημειώσουμε ότι ο Λένιν διάβασε και συμφώνησε μ' αυτήν την άποψη.

β) Αντίθετα με τον Μπερνστάϊν, ο Κάουτσκυ είναι ένας απ' αυτούς που εισάγουν τις επεξεργασίες της στρατιωτικής σκέψης μέσα στο εργατικό κίνημα. Αυτό το κάνει ξεκινώντας από τη διάκριση ανάμεσα στον πόλεμο φθοράς και στον πόλεμο εκμηδενισμού. Για τον Κάουτσκυ, χρειάζεται να φθείρουμε τον αντίπαλο, να κερδίσουμε θέσεις, να τον αποδυναμώσουμε και να θέσουμε τον εαυτό μας σε θέση νόμιμης άμυνας.

Μιλά λοιπόν για στρατηγική με την προϋπόθεση όμως ότι δεν θα είμαστε εμείς αυτοί που θα ανοίξουμε τη μάχη.

Το πρακτικό τεστ γι' αυτή την άποψη είναι το ζήτημα της γενικής απεργίας που τίθεται μετά τις γενικές απεργίες του 1901-1902 στο Βέλγιο για το γενικό εκλογικό δικαίωμα, και κυρίως, μετά τις μαζικές απεργίες του 1905 στη Ρωσία. Η έκρηξη μη οργανωμένων και ελεγχόμενων μαζικών εργατικών απεργιών σ' ένα άλλο τερραίν απ' αυτό της κοινοβουλευτικής πάλης καθιστά δυνατή τη σκέψη ενός επαναστατικού εξωκοινοβουλευτικού δρόμου. Μαζί με τις απεργίες εμφανίζονται οι ιδέες της κρίσης, της μεταμόρφωσης των μαζών, της ορμητικής επιτάχυνσης της ιστορίας. Η εργατική τάξη αρχίζει να κινείται και βγαίνουμε πια από μια θεωρητική μελέτη της επανάστασης. Η μαζική πάλη προκαλεί τις δικές της μορφές οργάνωσης που κουβαλάνε οι ίδιες ένα στοιχείο απάντησης στο ζήτημα της πάλης για την εξουσία.

Οι μαζικές απεργίες της αρχής του αιώνα θέτουν τη συζήτηση της στρατηγικής στην ημερήσια διάταξη, όπως ακριβώς ο Μάης του '68, ο ιταλικός Μάης, οι απεργίες ενάντια στη δίκη Burgos στην Ισπανία θα την ξαναθέσουν στην ημερήσια διάταξη στις αρχές της δεκαετίας του '70. Τι μπορούμε λοιπόν να διαβλέψουμε μέσα από την έκρηξη του 1905;

Είναι η Ρόζα Λούξεμπουργκ που καταλαβαίνει ίσως καλύτερα και γρηγορότερα πως υπάρχει εκεί η έκφραση μιας συσσωρευμένης κοινωνικής ενέργειας που θα μπορούσε να ανατρέψει την ρουτίνα και τη συντηρητική αδράνεια του σοσιαλδημοκρατικού μηχανισμού.

Ο ίδιος ο Κάουτσκυ, σε αντίθεση με την συνδικαλιστική ηγεσία, παίρνει σ' αυτή την υπόθεση μια θέση ενδιάμεση. Στις συζητήσεις πάνω στο ζήτημα ψηφίζει υπέρ του να περιληφθεί η γενική απεργία μέσα στο πλαίσιο των δυνατών μεθόδων πάλης του κόμματος. Εισάγει όμως ταυτόχρονα μια διάκριση ανάμεσα στη γενική απεργία που οργανώνεται μέσα σε μια κατάσταση«καταστολής» και σ' αυτή που παίρνει χαρακτήρα «επίδειξης δυνάμεων».

Στις χώρες οι οποίες στερούνται δημοκρατικών ελευθεριών όπως η Ρωσία, η γενική απεργία θα μπορούσε να πάρει επιθετική μορφή, κατασταλτική, για να αποσπάσει ακριβώς αυτές τις κατακτήσεις. Στις χώρες αντίθετα όπου υπάρχουν δημοκρατικές κοινοβουλευτικές ελευθερίες και ένας δυνατός ισχυρός στρατός, η γενική απεργία θα ήταν απλώς μια ύστατη αμυντική κίνηση, «επίδειξη δύναμης», για να υπεραμυνθούν οι δημοκρατικές κατακτήσεις ενάντια σε κάθε δυναμική προσπάθεια εκ μέρους των αστικών μερίδων, αποφασισμένων να μην παίξουν πια το παιχνίδι των θεσμών που θα τις οδηγούσε αναπόφευκτα στο να υπομείνουν τον εκλογικό νόμο των αριθμών, στο μέτρο και στο βαθμό που η προλεταριακή πλειοψηφία (ήδη στη Γερμανία τότε μια κοινωνική πραγματικότητα) συνειδητοποιούσε τα πραγματικά της συμφέροντα.

Η ιδέα προφανώς είναι ότι το προλεταριάτο κερδίζει στο παιχνίδι της δημοκρατίας με όλες τις κινήσεις. Αν η αστική τάξη θελήσει να αλλάξει τους κανόνες, τότε η γενική απεργία μπορεί να παρέμβει ως η νόμιμη άμυνα. Διότι ο Κάουτσκυ ενδιαφέρεται και για κάτι άλλο: δεν σκοπεύει να παίξει το χαρτί της γενικής απεργίας διότι αυτή θέτει σε κίνηση τις πιο βαθιές, τις πιο στοιχειώδεις και τις λιγότερο οργανωμένες δυνάμεις της εργατικής τάξης. Ο Κάουτσκυ σκέφτεται πώς είναι επικίνδυνο να παίζεις με τα ένστικτα και τους σφυγμούς της εργατικής τάξης. Γι αυτόν ο πολιτισμός είναι συνώνυμο του λόγου. Και ο λόγος της τάξης είναι το κόμμα. Οτιδήποτε δεν είναι οργανωμένο και διαπαιδαγωγημένο είναι πρωτόγονο. Το κόμμα πριν απ' όλα είναι ένας μεγάλος παιδαγωγός.

Βρισκόμαστε εδώ μπροστά σε μια θέση αρκετά συστηματική και συνεκτική: η επανάσταση δεν κατασκευάζεται ούτε προετοιμάζεται, έρχεται...· εδράζεται πριν απ' όλα στην κατάκτηση των δημοσίων εξουσιών...· η στρατηγική της είναι μια στρατηγική φθοράς του αντιπάλου μέσα στην οποία η γενική απεργία μπορεί να παρεμβληθεί σαν τελευταίο καταφύγιο. Ο «δρόμος της εξουσίας» είναι ένας ήπιος δρόμος με αίσθηση της ιστορίας, της οποίας οι όροι είναι εξασφαλισμένοι.

Με τον όρο ότι δεν θα παρασυρθούμε σε επικίνδυνες προκλήσεις, δεν θα απελευθερώσουμε τα πρωτογενή ένστικτα των μαζών, δεν θα εμπλακούμε ούτε θα παγιδευτούμε σε παιδαριώδη λάθη, τη στιγμή βέβαια που θα αφήσουμε ελεύθερη την πορεία των πραγμάτων, η νίκη εγγράφεται στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας.

Το παράδοξο συμπέρασμα που δίνει στον Κάουτσκυ τη φαινομενική του ορθοδοξία είναι το εξής: ούτε να προκαλέσουμε ούτε να συνεργαστούμε. Διότι ο Κάουτσκυ πήρε θέση ενάντια στην κυβερνητική συμμετοχή του Millerand στη Γαλλία. Εκεί ακόμη η λογική είναι με το μέρος του. Επειδή η νίκη είναι αναπόφευκτη, σαν αποτέλεσμα της εκλογικής έκφρασης της αύξησης του προλεταριάτου, θα έρθει στην ώρα της: δεν υπάρχει κανένας λόγος να συμβιβαστούμε μέσα στα αστικά κυβερνητικά συμβούλια. Την μέρα που το προλεταριάτο θα γίνει πλειοψηφία θα είναι μόνο του, χωρίς συμβιβασμούς και συμμαχίες.

Αυτή ακριβώς είναι η λογική που συμφιλιώνει ένα συνεκτικό ρεφορμισμό με μια τυπική ορθοδοξία….

Ο Λένιν λοιπόν ανακαλύπτει και συστηματοποιεί από το 1915 στην «χρεοκοπία της II Διεθνούς» την έννοια της «επαναστατικής κρίσης». Η έννοια θα είναι παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια του 1917. Ο Λένιν θα ξαναγυρίσει σ' αυτήν μετά την επανάσταση και συγκεκριμένα στην «Παιδική αρρώστια». Είναι η έννοια που καθιστά αντιληπτή τη κατάληψη της εξουσίας από μια κυριαρχούμενη τάξη όπως είναι το προλεταριάτο.

Η περιγραφή της επαναστατικής κρίσης όπως διαγράφεται κυρίως μέσα στη «χρεοκοπία της II Διεθνούς» είναι γνωστή: όταν αυτοί που κυβερνούν δεν μπορούν πια· όταν αυτοί που καταπιέζονται δεν θέλουν πια· όταν αυτοί που βρίσκονται στο μέσον διστάζουν και ταλαντεύονται... Τα στοιχεία αυτά πρέπει να θεωρούνται αδιαχώριστα. Δεν αρκεί αυτοί που καταπιέζονται να εκρήγνυνται, να εξεγείρονται, «να μην θέλουν πια»· χρειάζεται και αυτοί που κυβερνούν να μη μπορούν πια. Για να το πούμε διαφορετικά η επαναστατική κρίση δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη και στον ορίζοντα κάθε διεκδικητικού αγώνα, ούτε ακόμα και κάθε διεκδικητικής γενικής απεργίας. Γιατί πρόκειται για μια πολιτική κρίση του συστήματος κυριαρχίας.

Ο Λένιν διαμορφώνει για την πολιτική, το κόμμα και τη πολιτική δράση απόψεις αρκετά καινούργιες σε σχέση με όσα πίστευε για τη παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία. Η επαναστατική κρίση είναι λοιπόν: 1) μια συνολική κρίση των κοινωνικών σχέσεων, 2) μια εθνική κρίση (η έκφραση εμφανίζεται με πολλές όψεις): είναι το Κράτος σαν σύστημα κυριαρχίας που τραντάζεται. Αν κρατήσουμε υπόψη το συνολικό σχήμα των μεγάλων οικονομικών επεκτάσεων στον 19ο και στον 20ο αιώνα, θα διαπιστώσουμε ότι σε κάθε μεγάλη κάμψη αντιστοιχεί μια πραγματική κρίση του κρατικού συστήματος στις κεντρικές καπιταλιστικές χώρες, και ενίοτε και μια μετατόπιση του ιμπεριαλιστικού επικέντρου: 1848 είναι η διάδοση του επαναστατικού κύματος σε πανευρωπαϊκό επίπεδο· 1870 ο γαλλογερμανικός πόλεμος και η Κομμούνα· 1914 ο ευρωπαϊκός πόλεμος, η ρώσικη Επανάσταση και η άνοδος της αμερικανικής ηγεμονίας· 1937 ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και η αναδιαμόρφωση όλου του κρατικού κεντροευρωπαϊκού μηχανισμού (τέλος της Αυστροουγγαρίας, διαίρεση της Γερμανίας...).Χωρίς να θέλουμε να εισάγουμε ένα αυστηρό μηχανιστικισμό, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι σε κάθε μεγάλη καμπή δημιουργείται μια σημαντική αναδιαμόρφωση του κρατικού μηχανισμού σε διεθνή κλίμακα.

Γιατί η έννοια της «εθνικής κρίσης», και όχι μόνο της «επαναστατικής κρίσης» είναι τόσο σημαντική;

Η ιδέα του δυαδισμού της εξουσίας εκφράζει την αντιπαράθεση ασυμφιλίωτων εξουσιών. Πρέπει να αποδιαρθρώσουμε το αστικό Κράτος, αλλά με τι θα το αντικαταστήσουμε; Εδώ επεμβαίνει η εθνική κρίση. Γιατί ο δυαδισμός εξουσίας δεν είναι πρόβλημα συνείδησης. Είναι σαν να λέμε απλώς ότι οι εργαζόμενοι δεν διατίθενται να οικοδομήσουν συνειδητά το δικό τους κράτος γιατί δεν τους πείσαμε ότι το άλλο είναι κακό και πρέπει να το ξεφορτωθούν. Το πρωτοπόρο κόμμα μπορεί βέβαια να σκέφτεται με βάση την ιδέα αυτή. Δεν μπορεί όμως μ' αυτή να φτάσει στις μάζες.

Στην πραγματικότητα, ο δυαδισμός εξουσίας (που προϋποθέτει τη κινητοποίηση πλατιών μαζών) δεν είναι δυνατός παρά μόνο αν εμφανισθούν εργαλεία που αρχίζουν να εκπληρώνουν καλύτερα τις λειτουργίες που ο παλιός κρατικός μηχανισμός, παραλυμένος ή μπλοκαρισμένος, δεν καταφέρνει να εκπληρώσει. Πρέπει να μπλοκαρισθούν ορισμένες ζωτικές λειτουργίες του Κράτους για να εμφανισθούν λειτουργικά εργαλεία, όχι μόνο πιο δημοκρατικά στη πραγματικότητα, αλλά και που να επιτελούν απαραίτητες λειτουργίες στη κοινωνία, λειτουργίες που έχουν ανασταλεί.

Αυτή είναι η πραγματικότητα μέσα σε κάθε αληθινά επαναστατική κρίση, με βάση τα πιο διαφορετικά προβλήματα. Στη Χιλή είναι το πρόβλημα του ανεφοδιασμού σε τρόφιμα, ή στη Πορτογαλία το να κρατηθούν σε λειτουργία τα εγκαταλελειμμένα από τους εργοδότες εργοστάσια. Το σημείο αφετηρίας δεν είναι προβλέψιμο όπως επίσης και οι μορφές οργάνωσης: τοπικές επιτροπές, επιτροπές συνοικίας ή εργοστάσιων, πολύ περισσότερο μετασχηματισμός των παλιών συνδικαλιστικών δομών (βλ. και τη μελέτη πάνω στις ρίζες των σοβιέτ στο βιβλίο του Anweiler, εκδ. Gallimard).Δεν υπάρχουν ούτε συγκεκριμένες νόρμες ούτε μοντέλα προς αντιγραφή.

Ο Λένιν περιγράφει λοιπόν την επαναστατική κρίση με τρία χαρακτηριστικά. Αλλά για να μπορέσει να ξεσπάσει πάνω σε μια νικηφόρα διέξοδο χρειάζεται και ένα τέταρτο στοιχείο: σχέδιο και συνειδητή δύναμη. Μια επαναστατική κρίση μπορεί να εκραγεί αλλά μπορεί να τελειώσει με μια ήττα· Δεν θα επιλυθεί θετικά παρά μόνο διαμέσου μιας συνειδητής δύναμης. Το κόμμα δεν είναι λοιπόν ένας απλός παιδαγωγός ή μια απλή αντανάκλαση των κοινωνικών κινημάτων. Δεν περιορίζεται σ' ένα φορέα ιδεών. Είναι αντίθετα το κεντρικό σημείο του στρατηγικού οργάνου για την προλεταριακή επανάσταση. Γιατί όταν μιλάμε για στρατηγική μιλάμε για απόφαση και πρωτοβουλία, δηλαδή σχέδιο, δικτύωση, συσχετισμό δυνάμεων. Σ' αυτόν το κύκλο η διαπαιδαγώγηση εισέρχεται, αλλά μόνο σαν μια διάσταση της δραστηριότητας του κόμματος. Όταν μιλάμε για στρατηγική μιλάμε επίσης για μάχη, και οι μάχες είναι στιγμές όπου ο χρόνος μετράει διπλά και τριπλά, όπου η κατάληξη εξαρτάται από τις ικανότητες απόφασης των πρωταγωνιστών. Βέβαια, σε μια κοινωνική επανάσταση οι μάζες βρίσκονται σε δράση. Δεν πρόκειται για ελιγμούς ενός επιτελείου. Το κόμμα δεν αποφασίζει ούτε μόνο του, ούτε αυθαίρετα. Μα αν η επανάσταση είναι κατ' αρχήν και πριν απ' όλα κοινωνική, η μοίρα της αποφασίζεται επίσης, και σε τελική ανάλυση, στρατιωτικά: η εξέγερση - και ο ίδιος ο Οκτώβρης άλλωστε το επιβεβαίωσε - είναι μια πράξη γρήγορης απόφασης, όπου οι ώρες και οι μέρες μετράνε.

Πρέπει λοιπόν να έχουμε οικοδομήσει προηγουμένως κάποιο όργανο που να μας επιτρέπει να αποφασίζουμε μ' ένα μάξιμουμ φερεγγυότητας.

Η απόφαση αυτή δεν είναι στιγμιαία. Η Οκτωβριανή επανάσταση μας δίνει ένα εξαιρετικό παράδειγμα. Η επιλογή της στιγμής ανταποκρίνεται σε μια εκτίμηση για τη πολιτική ικανότητα του μαζικού κινήματος σ' όλα τα επίπεδα, εκτίμηση που περιλαμβάνει όχι μόνο την εξέλιξη των συσχετισμών μέσα στα σοβιέτ αλλά και στα συνδικάτα, στους δήμους, στις κοινότητες από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο. Όταν όλα αυτά τα στοιχεία είναι γνωστά και αναλυμένα όσο πιο λεπτομερώς γίνεται, μπορούμε να διαγνώσουμε την στρατηγική στιγμή, την ευκαιρία δηλαδή που μπορεί να ανατρέψει τη κατάσταση και η οποία μπορεί να μην ξαναπαρουσιαστεί. Όλες οι σημειώσεις και τα τηλεγραφήματα του Λένιν στην κεντρική επιτροπή από τις παραμονές του Οκτώβρη εκφράζουν την αγωνία του γι' αυτή την κατανόηση. Αυτό που επιτρέπει την απόφαση και την δράση δεν είναι μόνο η συγκέντρωση δυνάμεων και η διαπαιδαγώγηση του κόμματος, είναι ο τύπος σχέσεων που έχει διαπλακεί ανάμεσα στο κόμμα και στο μαζικό κίνημα, το πολιτικό κύρος και η κατακτημένη φερεγγυότητα· όλα αυτά δηλαδή που θα επιτρέψουν στη γραμμή του να κατανοηθεί και να ακολουθηθεί από μάζες που βρίσκονται πολύ μακριά από τις γραμμές του.

Μια επαναστατική στρατηγική αξονισμένη πάνω στην έννοια της εθνικής κρίσης εισάγει λοιπόν μια αντίληψη για το κόμμα τελείως διαφορετική απ' αυτή του Κάουτσκυ. Εδώ πρόκειται, τελείως αντίθετα από τον Κάουτσκυ, να προετοιμάσουμε την επανάσταση. Δεν μπορούμε να αποφασίσουμε την έναρξη ούτε την πορεία, μα για να την προσανατολίσουμε και για να μπορέσουμε να επηρεάσουμε την επίλυση της πρέπει να την έχουμε προετοιμάσει. Σε μια τέτοια προοπτική το κόμμα ενεργεί διαρκώς. Κάνει. Ενεργεί πολιτικά και κοινωνικά. Δεν είναι ένας απλός καταχωρητής της οργανικής δύναμης και της ωρίμανσης της ταξικής συνείδησης. Παίρνει πρωτοβουλίες προσπαθεί να τροποποιήσει τους συσχετισμούς δύναμης, οργανώνει και συσφίγγει τις απαραίτητες συμμαχίες.

Κάνει πολιτική. Το να κάνεις πολιτική σημαίνει ότι υπεραμύνεσαι σταθερά της ανεξαρτησίας της εργατικής τάξης και ταυτόχρονα θέτεις το πρόβλημα των συμμαχιών που τροποποιούν μια κατάσταση. Θα επανέλθουμε.

Μετάφραση: Χρ. Βερναρδάκης και Δ. Κίτσιου

ΠΗΓΗ: Τα αποσπάσματα αυτού του κειμένου είναι από την δημοσίευση του “Στρατηγική και Κόμμα” στο περιοδικό Θέσεις

Προσθήκη σχολίου

Make sure you enter the (*) required information where indicated.Basic HTML code is allowed.

επιστροφή στην κορυφή